14 Ιουλίου 1824: Η μάχη της Άμπλιανης και η λαμπρή νίκη των Ελλήνων

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Η Άμπλιανη είναι ένα πέρασμα μεταξύ του Παρνασσού και της Γκιώνας που συνδέει τη Γραβιά με την Άμφισσα (Σάλωνα).
Το 1824 στην περιοχή ορίστηκε καινούργιος στρατιωτικός διοικητής ο Δερβίς πασάς.  Ο σουλτάνος αμέσως του έδωσε εντολή να προστάξει και τους πασάδες, των Ιωαννίνων Βρυώνη και τον της Εύβοιας Καρυστινό, ο μεν να εισβάλει στην Ακαρνανία, ο δε στην Αττική,  ο ίδιος δε, να ενωθεί με τους πασάδες Μπερκοφτζάλη και Ντίμπρα να εισβάλει στην Ανατολική στερεά με 15.000  στρατό. Ο Δερβίς, όμως, αντί να βάλει σε εφαρμογή τις διαταγές, αποφάσισε να ενεργήσει μόνος του. Ξεκίνησε από τη Λάρισα και πήγε στη Λαμία, μην τολμώντας να περάσει από τις Θερμοπύλες.  Πήγε στο χωριό Λιανοκλάδι, απέναντι από το Ζητούνι, και εκεί στρατοπέδευσε.  Τους άλλους πασάδες,  με 6.000 πεζούς και 3.000 Ιππείς, τους διέταξε να περάσουν στη Γραβιά και από εκεί να συνεχίσουν για τα Σάλωνα, για να κατακτήσουν την πόλη και τη γύρω περιοχή.

Βιβλίων Γη

Ο Πανουργιάς, που ήταν τοποθετημένος μαζί με τους συμπατριώτες του στην Άμπλιανη, όταν έμαθε τα σχέδια αυτά,  κατασκεύασε  ισχυρούς προμαχώνες, τους οποίους ενίσχυσε με πολλούς κορμούς χοντρών δέντρων.  Η δύναμη του Πανουργιά δεν ήταν αρκετή για να αντέξει την ορμή των Οθωμανών, ευτυχώς όμως έφτασαν ενισχύσεις από το Σούλι, υπό τους οπλαρχηγούς Δράκο, Δαγκλή,  Ζέρβα και άλλους. Ακολούθως έφτασαν και ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Πάνος Νοταράς αλλά και ο επίσης ντόπιος οπλαρχηγός Δήμος Σκαλτσάς.  Έτσι συνολικά έγιναν 2.000 και περίμεναν τους εχθρούς, οι οποίοι στις 14 Ιουλίου, τρεις ώρες μετά την ανατολή του ηλίου επιτέθηκαν στους Έλληνες έχοντας και δύο πεδινά κανόνια.  Ο πόλεμος άρχισε με ακροβολισμούς,  αλλά αμέσως οι Οθωμανοί όρμησαν με τα ξίφη στα χέρια εναντίον των Ελλήνων για να ανοίξουν δρόμο.  Οι Έλληνες τούς αντιμετώπισαν με γενναιότητα και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν με μεγάλες απώλειες.  Οι Οθωμανοί δοκίμασαν και δεύτερη και τρίτη φορά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.  Κατά τη διάρκεια της μάχης, οι Έλληνες ενισχύθηκαν και με άλλες δυνάμεις και  η μάχη διήρκεσε μέχρι το απόγευμα, ώσπου οι Σουλιώτες έτρεψαν τον εχθρό σε φυγή.  Όλος ο ελληνικός στρατός έτρεξε από πίσω καταδιώκοντας τον εχθρό, πήραν λάφυρα,  κανόνια, πολλά όπλα, πολεμοφόδια, σημαίες και άλογα, καθώς και την σκηνή του Μπερκοφτζάλη.
Οι Οθωμανοί, καταδιωκόμενοι, γκρεμίστηκαν από τα βράχια και σκοτώθηκαν.  Τα υπολείμματα του οθωμανικού στρατού επέστρεψαν στο Ζητούνι και διαλύθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου.

Βιβλίων Γη
Από δεξιά: Παναγιώτης Νοταράς, Γεώργιος Δράκος (κάτω), Γιώτης Δαγκλής

Ο ντόπιος οπλαρχηγός  Δ. Σκαλτσάς, σε επιστολή του, τη 19 Ιουλίου 1824 προς τον Μαυροκορδάτο, περιγράφει τα της μάχης:.
«Προς τον εξοχότατον Γενικόν Διευθυντήν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος Μαυροκορδάτον.
Σας ειδοποιούμεν τα εδώ τρέχοντα εις τας 14 του παρόντος (Ιουλίου 1824) εκστράτευσε ο Ρούμελης Βαλέσης Δερβίς Πασάς διά τα Σάλωνα με 12.000 χιλ. την αυτήν ημέραν συναντηθήκαμεν και ο πόλεμος ήρχισεν παρευθύς η ώρα ήταν εις τας 3 1/2 της ημέρας και εξ’ αυτής της ώρας μέχρι της δωδεκάτης της εσπέρας η μάχη εξηκολούθει αδιακόπως με πολύν θυμόν και με μεγάλην αντίστασιν των ένδοξων Ελλήνων. Μετά εσπέρας έφθασαν εις βοήθειάν μας διάφορα ελληνικά σώματα στρατιωτικά και ερρίφθησαν αμέσως όλοι οι Έλληνες ως λέοντες κατ`επάνω του εχθρού. Αφού του επεριώρισαν όλους τους δρόμους, τον εκτύπησαν από όλα τα μέρη. Εσκότωσαν υπέρ τους χιλίους βαρβάρους. Του επήραν τρία κανόνια, όπου είχον, επτά φορτία φουσέκια και επτά σημαίας. Τις να μετρήση το πλήθος των τουφεκίων, γιαταγανιών και σπαθιών και ομοίων; Πώς να διηγηθή κανείς την λαμπράν νίκην μας; Αι σκηναί, οι γουρνάδες και όλαι αποσκευαί των Τούρκων έγιναν λάφυρα των Ελλήνων. Άλλοι μεν από τους εχθρούς έπεσαν από τους βράχους, άλλοι δε επιάσαντο ζωντανοί από τους Έλληνας, και αν η νύχτα δεν εδιαφέντευε τους αυτούς εχθρούς εχάνοντο όλοι. Ελπίζομεν όμως να εύρωμεν σήμερον πολλοτάτους τρυπωμένους εις τους λόγγους. Ας πανηγυρίση λοιπόν και αυτού η πόλις Μεσολογγίου αυτήν την λαμπράν νίκην, επειδή είναι μία νίκη όπου ομοιάζει με τας πλέον παλαιάς των προγόνων μας. Οι Τούρκοι ετράβηξαν προς το μέρος της Γραβιάς και οι ιδικοί μας τρέχουν από κοντά των ως λέοντες ορυόμενοι και ούτω ελπίζομεν εις την θείαν δύναμιν να τους ξεκάνωμεν όλους.
ταύτα και με το προσήκον σέβας.
15 Ιουλίου Άμπλιανη
ΔΗΜΟΣ ΣΚΑΛΤΣΑΣ».

Πηγές: εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», εφημερίδα  «Η ώρα της Φωκίδας». 





Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!