Κώστας Καρυωτάκης: Καταραμένος, άδοξος ποιητής ή «καταδικασμένος» να ζήσει ελεύθερα;

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 30 Οκτωβρίου 1896 (με το παλιό ημερολόγιο) και ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της Αικατερίνης Σκάγιαννη.
Λόγω της φύσης της εργασίας του πατέρα του, η οικογένεια  αναγκαζόταν να μετακινείται συνεχώς. Έτσι ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από μικρός είχε ταλέντο στη γραφή και στα 16 του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά όπως η «Διάπλασις των Παίδων».

Το 1914 πέρασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και  άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε λαϊκά περιοδικά και σε εφημερίδες, όπως η «Ακρόπολη». Στα τέλη του 1917, πήρε το πτυχίο του  με «λίαν καλώς». Το 1919, πήρε την άδεια δικηγόρου, αλλά δεν άσκησε το επάγγελμα λόγω έλλειψης πελατείας. Στράφηκε έτσι στον δημόσιο τομέα και διορίστηκε γραμματέας υπουργικού γραφείου στη Θεσσαλονίκη, μιας και οι γονείς του ζούσαν εκεί. Αφού  μετακινήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, όπως οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας, κατέληξε στο Υπουργείο Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως στην Αθήνα.
Δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική έγραψε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων» και εξέδωσε το περιοδικό σατιρικού περιεχομένου «Η Γάμπα», το οποίο μετά από έξι τεύχη απαγορεύτηκε. Η δεύτερη συλλογή του «Νηπενθή» εκδόθηκε το 1921. Το 1922 γνώρισε την ποιήτρια  Μαρία Πολυδούρη στη Νομαρχία Αττικής όπου εργάζονταν και οι δύο. Οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν, αλλά η σχέση τους κράτησε για λίγο καθώς, μόλις ο Κώστας Καρυωτάκης έμαθε ότι νοσεί από σύφιλη,  ζήτησε από τη Πολυδούρη να χωρίσουν. Εκείνη του ζήτησε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Το ερωτικό πάθος της Μαρίας Πολυδούρη για εκείνον διαποτίζει όλο το έργο της. Χτυπημένη από τη φυματίωση ενόσω βρισκόταν στο Παρίσι, επιστρέφει στην Ελλάδα και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Σωτηρία, όπου την επισκέπτεται ο Καρυωτάκης το 1928.
Ο ποιητής την άνοιξη του 1924, επισκέπτεται τη Λειψία της Γερμανίας για ιατρικό έλεγχο (λόγω υποψίας για  σύφιλη).
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στο γερμανικό λογοτεχνικό περιοδικό «Der Feuerreiter» της Λειψίας, δημοσιεύεται ένα ποίημα (πρόκειται για το άγνωστο μέχρι πρόσφατα ποίημα του Καρυωτάκη) με τίτλο «Σπειροειδές νεφέλωμα», το οποίο φέρει την υπογραφή Κ. Καρ, γραμμένο στα ελληνικά και με ελεύθερη  απόδοση  στα γερμανικά.

Κώστας Καρυωτάκης

Στους στίχους του ποιήματος διαφαίνεται η αγωνία του ποιητή για την κρίσιμη ιατρική διάγνωση και η ομοιότητά του με το ποίημα «Ωχρά σπειροχαίτη» είναι χαρακτηριστική.

ΣΠΕΙΡΟΕΙΔΕΣ ΝΕΦΕΛΩΜΑ

Φορμόλη, καμφορά, κέρινα γάντια στη γωνία,
ο ντόκτωρ Κράουζε ασπροντυμένος, παγερός,
έχει ή δεν έχει στο χαρτί την ετυμηγορία,
έφτασε ή δεν έφτασε της Κρίσης ο καιρός;
Του Χάροντα το νόμισμα στο τέλος πάντα μένει,
να ρίξουμε στην άβυσσο, στο φοβερό κενό,
μ’ ένα φουλάρι κόκκινο, ωχροί, καταραμένοι,
πορτραίτο της ανίας μας γελοίο και φτενό.
Και χτες και αύριο πάλι εμείς (ποιά μοίρα μας ορίζει;)
συνωστισμένοι αμαρτωλοί στην Πύλη τη Στενή,
σπειροειδές νεφέλωμα το λούνα παρκ γυρίζει,
ψηλά μας γνέφει η μαύρη Γη και κάτω οι Ουρανοί

Κ. Καρ.

Το 1927, εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες», ενώ το 1928, είχε ήδη αναπτύξει και συνδικαλιστική δράση, πάντα σε «σύγκρουση με την αστική τάξη της παρακμής» και το αντίστοιχο κράτος. Αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας ήταν να διαταχθεί η δυσμενής μετάθεση του  σε Πάτρα και Πρέβεζα. Στη Νομαρχία Πρεβέζης τοποθετήθηκε στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Ως δικηγόρος της Νομαρχίας, μέσα στα καθήκοντά του ήταν η  σύνταξη και ο  έλεγχος των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων που θα διανέμοντο στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Το διάστημα εκείνο, έστελνε γράμματα στους συγγενείς του  που φανέρωναν την απόγνωσή του για τις δυσκολίες της ζωής στην επαρχία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τοπικής κοινωνίας.

Ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, μεταφράσεις έργων  των Φρανσουά Βιγιόν, Σαρλ Μπωντλαίρ, Πωλ Βερλαίν, Τριστάν Κορμπιέρ, Ζαν Μορεάς, Χάινριχ Χάινε και άλλων, ενώ τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από το ροκ συγκρότημα «Υπόγεια Ρεύματα», τον Μίκη Θεοδωράκη, τη Λένα Πλάτωνος, τον Μίμη Πλέσσα, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιάννη Γλέζο και τον Νίκο Ξυδάκη.

Σε ένα φωτεινό διάλειμμα της ζωής του όπου υπήρξε ερωτευμένος,  έγραψε ένα υπέροχο ποίημα με τίτλο «Αγάπη».

ΑΓΑΠΗ

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος

Ο  Καρυωτάκης έζησε Βαλκανικούς πολέμους,  Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Μικρασιατική καταστροφή, προσφυγιά, πολιτική διαφθορά,  εξαθλίωση της λαϊκής τάξης,  απαράδεκτες συνθήκες εργασίας,  απεργιακούς αγώνες και πολλές άλλες δυσκολίες.
Μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα, ο απαισιόδοξος Καρυωτάκης εξέφρασε με τα ποιήματά του το δράμα και την απόγνωση κάποιας μερίδας “σκεπτόμενων” ανθρώπων και «τον πόνο ενός κόσμου που αλλάζει».

Βιβλίων Γη

Στις 21 Ιουλίου 1928, ο μεγάλος Έλληνας ποιητής «έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων», όπως έχει γράψει ο Ανδρέας Εμπειρίκος κι έβαλε τέλος στη ζωή του.

Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας, τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι δύο ώρες πριν την αυτοκτονία του, γύρω στις 2.30 το μεσημέρι, ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος», και παρήγγειλε μια βυσσινάδα. Αφού την ήπιε, άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές φιλοδώρημα, ενώ η βυσσινάδα κόστιζε μόνο 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί, όπου και έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν μέσα στην τσέπη του.
Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγούμενη ημέρα της αυτοκτονίας, ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα πιστόλι, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εκλήφθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει εκείνη την ημέρα.  Το πιστόλι αυτό είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα.
Τελικά την επόμενη μέρα,  στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., ο μόλις 32 ετών  Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με το πιστόλι στην καρδιά. Η χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

Βιβλίων Γη

Η αποχαιρετιστήρια επιστολή με το υστερόγραφο που βρέθηκε στην τσέπη του

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς, τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. *Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ.(* η πρόταση αυτή διερευνήθηκε επισταμένα από τους κατοπινούς μελετητές του έργου του και της ζωής του). Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο.
Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι, μαζύ με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ’ αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.(Σημ: έπασχε από σύφιλη, δηλ. προσβολή για την οικογένειά του, είχε τον φόβο του ψυχιατρείου και κατάθλιψη,  σύμφωνα με τελευταίες μελέτες). Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.
(Υ.Γ.) Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι αν επιχειρήσουνε να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης να δέσουν και μια πέτρα στο λαιμό τους. Όλη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου».

Βιβλίων Γη


Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες μέρες της ζωής του ο Καρυωτάκης το 1928, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Διατηρείται ακόμα ανέπαφο, υπάρχει αναμνηστική πλάκα και κατοικούταν τη δεκαετία του ’90. Η σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη  δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά το θάνατό του δεν ήξερα ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξα».

Η ζωή του, το έργο του και το τέλος του είναι υπεύθυνα για το νέο φιλολογικό ρεύμα που δημιουργήθηκε, τον “Καρυωτακισμό”,  που αφορά την ποίηση  της υπαρξιακής αγωνίας, της αίσθησης του μάταιου και του χαμένου, της σαρκαστικής διάθεσης, της αμφισβήτησης ή ακόμη και της άρνησης των κοινωνικών αξιών, δηλαδή όλα όσα εξέφρασε ποιητικά ο Καρυωτάκης.
Το ποίημα «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων», το έγραψε για να τιμήσει όλους εκείνους τους ποιητές, που παρά την προσπάθειά τους δεν κέρδισαν την πολυπόθητη αναγνώριση, όχι τουλάχιστον όσο ζούσαν.  Έτσι και ο ίδιος πέθανε ως “ιδανικός αυτόχειρας”, δίχως να γνωρίσει την αίγλη του μεγάλου Έλληνα ποιητή εν ζωή. Το έργο του αναγνωρίστηκε δυστυχώς μετά τον θάνατό του.
«Ποιός άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε… «την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι;».













Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!