Γέρση…είσαι το κόκκινο στο αίμα μου, Αργυρώ Μαργαρίτη

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Αν γράφονταν ξανά οι «Χίλιες και μια Νύχτες», θα κράταγαν έναν αιώνα. Όσο κρατάει μια μνήμη, μια πολύτιμη στιγμή, οι ιστορίες των ανθρώπων και τα πάθη τους. Ο Σαχριάρ, ο Πέρσης σουλτάνος, θα μαγευόταν ξανά και ίσως να άλλαζε η Ιστορία της Ανατολής. Η Σεχραζάντ θα είχε άλλο όνομα και θα διηγιόταν μια ιστορία αγάπης και άλλες χίλιες και παραπάνω ιστορίες, για το καλό και το κακό, για τον έρωτα και τη μάχη, για την ειρήνη και τον όλεθρο, για μια πόλη μυθική και την απληστία της ανθρώπινης ψυχής, που σε εκείνα τα μέρη λέγεται ταμάχι. Το «Χίλιες και μια Νύχτες» έγινε κιτάπι με παραμύθια, να θυμίζει μιαν άλλη εποχή. Και στο σήμερα, οι πραγματικές ιστορίες των ανθρώπων μπλέχτηκαν με τη φαντασία και μια ηρωίδα τις παρέσυρε μαζί της και τις έκανε αγάπη κι έναν πόλεμο. Μια μάχη κι έναν όλεθρο, μια γνώση και ένα μήνυμα. Η Γέρση είναι «το κόκκινο στο αίμα», η ζωή και ο θάνατος.

Βιβλίων Γη

Η Γέρση είναι ένα μυθιστόρημα γοητευτικό. Οι λόγοι δεν είναι από την αρχή εμφανείς. Άλλοτε ο αναγνώστης νομίζει πως μαγνητίζει η ιστορική του ταυτότητα και άλλοτε η γλώσσα του, που είναι τόσο ζωντανή και αυθεντική ώστε να καθηλώνει. Μια ιστορία που ξεκινάει, κρατάει από την αρχή της αμείωτο το ενδιαφέρον και η αγωνία κεντρίζει για να συνεχίσει παρακάτω. Είναι και η μορφή της αφήγησης, που κάνει όποιον το διαβάζει να πιστεύει πως ταξιδεύει στο παρελθόν, βρίσκεται σε ένα σπίτι με λιγοστό φως, κάθεται σε μιντέρια με χράμια από τον αργαλειό, με σχέδια ευφάνταστα, κόκκινα, μπλε και κίτρινα που ζαλίζουν, ένα ταντούρι στη μέση να ζεσταίνει και ένας παραμυθάς άχρονος διηγείται ιστορίες μεθυστικές που δεν έχουν αρχή και τέλος. Οι ιστορίες δε σταματούν ποτέ και οι ήρωες έρχονται στο πλάι σου και ακούνε τη ζωή τους, σε πιάνουν από το χέρι και σε παρηγορούν όταν κλαις, σε τσιγκλάνε να θυμώσεις και στέκονται αμέτοχοι για να βγάλεις ετυμηγορία για τα πάθη τους. Μένουν νέοι και όμορφοι, λεβέντες και λιοντάρια, λύκαινες και Σειρήνες, Λάμιες και νεραϊδένιες υπάρξεις. Αμέτοχοι όλοι. Σαν να περιμένουν να δικαιωθούν, σαν να αναμένουν αλύτρωτοι, μέχρι να νιώσεις τις πράξεις τους και να τις δικαιολογήσεις. Μέχρι να γίνεις «εκείνοι» και να πονέσεις, να ματώσεις, να χαθείς μαζί τους και να γίνεις ανάμνηση. Η Γέρση είναι μαγική και όποια λέξη και να βρεις για να περιγράψεις την ιστορία της δε θα είναι ποτέ αρκετή. Πάντα κάτι θα λείπει, πάντα κάτι θα τη συμπληρώνει και θα μένει ατελής, για να δείξει πως είναι τέλεια.

Κάποιος μπορεί να πει πως ξεκινάει το 1900, όταν ένα ανόμημα φέρνει στον κόσμο ένα κορίτσι από σωθικά παράνομα κι ένα αγόρι από τη στεγνή μήτρα μιας αναγκεμένης αγάπης. Δύο παιδιά με ένα σημάδι ψηλά στον γοφό με πατέρα τον Λάζαρο Πασαλή, τον πλούσιο έμπορο που κρατάει τη Σμύρνη στα χέρια του με τη δύναμη και τα πλούτη του. Κρατάει και τις καρδιές δυο γυναικών και ο ίσκιος του προκαλεί δέος και σεβασμό. Η Γέρση είναι η κόρη του, το μοναδικό παιδί του, πιστεύει. Η όμορφη και μοναδική Γέρση. Η ατίθαση και πολεμίστρια, η άπληστη και μοναδική. Η μόνη. Πιο μόνη και από το ίδιο της το ριζικό. Θα μεγαλώσει με Τουρκάλες σκλάβες (;), με Σμυρνιές παραδουλεύτρες,, με μετάξια από την Προύσα, με θησαυρούς από τα καραβάνια που φτάνουν στη μυθική της πόλη, θα την ερωτευτούν δυο φίλοι καρδιακοί. Ένας Τούρκος και ένας Έλληνας και για τον έρωτα και την αγάπη της θα γίνουνε εχθροί -ή μήπως όχι; Ο ένας θα πολεμήσει με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζει. Εκείνον τον αντρίκιο κι αρχέγονο, που επιτρέπει τα πάντα για να κερδίσει το τρόπαιο. Παρηγοριά και δύναμή του, ένα ρόδινο κορδελάκι από τα μαλλιά της. «Ο άντρας είναι ταγμένος να πολεμάει για τον σεβντά του». Κι ο άλλος θα πολεμήσει με τον φόβο και την αντάρα, τον κρυφό του καημό και τις ηθικές αρχές του, την ομορφιά και τα πλούτη του, το όνομα και τη σπουδαία φύτρα του. «Λίγο αν είχε από το τσαγανό του Τούρκου, μπορεί τώρα η Γέρση να ήταν στην αγκαλιά του».

Βιβλίων Γη

Αυτή θα μπορούσε να είναι μια μικρή και περιεκτική περιγραφή για το μυθιστόρημα, που κρύβει έναν έρωτα μαγικό και μυστήριο, μυστικά ανομολόγητα, ιστορίες που εννοούνται και θα αποκαλυφθούν στη συνέχεια και, πράγματι, μέχρι εδώ θα μπορούσε να είναι μια υπέροχη ιστορία. Όμως η Γέρση δεν είναι ένα ερωτικό παραμύθι του παρελθόντος. Ξεκινάει πολύ παλιότερα από το 1900, από την αρχή του κόσμου της Ιωνίας, από τότε που ο Όμηρος έγραψε τα έπη του και στα ίδια χνάρια γεννήθηκε και αυτό το μυθιστόρημα. Με στοιχεία ιδεολογικά και πολιτιστικά, με την προαιώνια συνθήκη της ύβρεως και της τιμωρίας, με παρομοιώσεις και εικονοποιημένους συμβολισμούς, με υπονοούμενες αλήθειες και τραγικά πρόσωπα. Πρόκειται για μια σύνθεση διαφορετικών ιστοριών, που γίνονται δορυφόροι της ηρωίδας και συνδέονται με συγγραφική δεινότητα για να αποκαλύψουν ένα από τα τραγικότερα στιγμιότυπα της νεότερης Ιστορίας. Το τέλος της Μικρασίας και όλα όσα συντέλεσαν στον χαμό της.

Ένα ψηφιδωτό από πρόσωπα, που το καθένα γίνεται πρωταγωνιστής στην ιστορία του και περιγράφει μια διακοινωνική μορφή συμβίωσης που σταδιακά αλλάζει μορφή και, επιτηδευμένα, από τα όργανα εξουσίας και τις Μεγάλες Δυνάμεις, υπογράφεται το τέλος κάθε ειρηνικής συνύπαρξης. Η Τζεϊντά και η Δέσποινα, οι δυο πλευρές της Μικράς Ασίας. «Κάθεται η μια σ΄ ένα ‘γκωνάρι και τσουρομαδιέται σιωπηλά, σε λίγο έρχεται και η άλλη στην πίσω πλευρά, συνεννοούνται», πεθαίνουν μαζί, πριν την εισβολή των τσέτων στο χωριό τους. Ενωμένες θρησκείες μπροστά στο μένος. Η Ειρηνούλα ερωτεύεται και ονειρεύεται με τον Λεβέντ πως η αγάπη νικάει πάντα. Μένει χήρα αφού ο ίδιος ο πατέρας της και ο πεθερός της σκοτώνουν τον άντρα της και πεθαίνουν κι αυτοί. Η Αουρόρα και η Λερνά, οι Αρμένισσες, μεταμφιέζονται σε Τουρκάλες για να γλιτώσουν από τον χαμό. Οι Έλληνες μαζεύονται κρυφά σε υπόγεια από τρώγλες και καταγώγια, στον δρόμο των καραβανιών, για να βοηθήσουν για τον αγώνα της Ελλάδας, οι Νεότουρκοι στα υπόγεια του Κρέμερ για να ελευθερώσουν τη χώρα τους από τους γκιαούρηδες. Ο Κεμάλ μονολογεί, σαν σε παράνοια, υπόσχεται στη Σουλτάνα του πως θα την κάνει δική του και δε θα υποφέρει πια από τους άπιστους. Σε ένα βουνό, ένα ζεϊμπέκικο από έναν κληρονόμο του Τσακιτζή γίνεται προοικονομία της πολεμικής τελετής. Το μεθύσι της εκδίκησης χορός αρχέγονος, συναίσθημα με ρίζες στην πρώτη Γη. Η Γέρση παρακολουθεί την εκτέλεση της Ναζάλ και είναι σαν να βλέπει την ετυμηγορία της προδοσίας. Ο βασανισμός και ο θάνατος. Η Βουντή κρατάει στο στήθος της ένα πουγκί με τρία χρυσά φλουριά. Περιμένει να δώσει λογαριασμό στον Πασαλή. «Όταν ερχότανε η ώρα, θα τις άδειαζε μπροστά του, να σου δώσω λογαριασμό, μπέη μου. Με τσ’ άλλες αγόρασα θανατικά και σιωπή…» Το χρήμα έχει τον πρώτο λόγο στους μεγάλους χαμούς και η σιωπηλή αποδοχή.

Βιβλίων Γη

Σε τρία μέρη είναι χωρισμένες οι ιστορίες. Στα χρόνια τα καλά, στο πρώτο μέρος, στην πορεία που κρύβει σκοτεινιά, στο δεύτερο και στα τρίτο τον χαμό και την αποκτήνωση. Αυτό και το πιο σημαντικό. Εκεί κρύβεται και το μήνυμα του μυθιστορήματος. «Η μετάλλαξη του ανθρώπου σε κτήνος, το μαχαίρι που βυθίζεται άνανδρα στο στέρνο ενός κοιμισμένου, η κραυγή μιας γυναίκας που ατιμάζεται, τα ουρλιαχτά όταν της έκοβε τη θηλή, ανόσιο τρόπαιο εκδίκησης». Και ο άνθρωπος ένα θηρίο, με στόμα, μυαλό και μάτια. Για να βγάζει λυγμούς, να βλέπει την καταστροφή και να χάνει τον νου του, κρατώντας ένα κομπολόι από ξερές σταφίδες και ένα καπέλο προσκοπικό από το Αϊδίνι. Ένα κομμάτι μιας εσάρπας σκισμένης, κουρέλι, και μια κορδέλα από μαύρα λυτά μαλλιά.

Πώς γίνεται να πονάς τόσο χωρίς να σε έχω αγγίξει; Υποκλίνομαι στο μεγαλείο του μαρτυρίου.

Η ιστορία της Μικράς Ασίας είναι το πιο θλιμμένο παραμύθι. Αυτό είναι στην πραγματικότητα. Όλοι ήξεραν το τέλος και όλοι πολεμούσαν για την προγεγραμμένη του έκβαση. Ένα είδος τραγικής ειρωνείας, από τα σαλόνια τους οι μεγάλοι ήξεραν τα πάντα, οι αναγνώστες, διαβάζοντας, γνωρίζουν το τέλος, αλλά περιμένουν να το δουν και να σπαράξουν ξανά και ξανά. Να αποδεχτούν για άλλη μια φορά την αντίληψη πως δεν υπάρχει θύμα και θύτης. «Όλοι είναι εθισμένοι με τον καιρό να κάνουν ό, τι τους κάνουν». Η Γέρση κουβαλά ραμμένη τη μοίρα της στο μεσοφόρι και τις δίπατες μπότες της. Η Γέρση-Σμύρνη, η πλανεύτρα, η μάγισσα, το λάφυρο του Έλληνα ή του Τούρκου, εκείνη η πανέμορφη, η άπιαστη, γίνεται στοίχημα και χάνεται ή κερδίζεται μα πάντα θα είναι όνειρο και σκοπός.

Πώς μπορεί να αναλυθεί η ανθρώπινη σύσταση και η αντοχή στις δύσκολες στιγμές; Όταν η ψυχή κόβεται σε μικρά κομμάτια, αυτά που διακρίνονται είναι το κακό και η βία, η κτηνωδία και η ανθρώπινη απαξίωση. Τα σπουδαία και το καλό που λάμπουν σε συνθήκες επισφαλούς ηρεμίας δεν είναι τίποτα άλλο από μια υπολανθάνουσα κατάσταση. Οι ήρωες περνάνε από όλα τα στάδια είτε από ανάγκη, είτε από φόβο και σκοπιμότητα, μπορεί και από αγάπη και ελπίδα. Παίρνουν μέρος σε ένα παιχνίδι ρόλων, με την τραγικότητά τους να κορυφώνεται και να αποκαλύπτεται μέσα από ακούσιες εξομολογήσεις. Η συγγραφέας αποκαλύπτει ιστορίες και χαρακτήρες χωρίς να πάρει άδεια. Ξεσκεπάζει όσα γίνονται αφορμή για να φτιαχτεί η μεγάλη εικόνα. Ένας ανθρώπινος, ζωντανός πίνακας που δεν είναι τίποτα άλλο από τον καθρέφτη ενός ετερόκλιτου συνόλου που βρήκε τρόπο να συμπορευτεί. Κρυμμένος αλλά με άγραφους νόμους επικοινωνίας και σεβασμού. Αληθινός παρά τις διαφορές του. Πολυπολιτισμικός, με όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν και μετουσιώνονται σε μια πόλη-ιδέα, τη Σμύρνη της ανθρώπινης ανομοιομορφίας που τίποτα δεν μπορεί να ταράξει την τάξη πραγμάτων. Όπως είναι και η Γέρση. Μέχρι την τελευταία στιγμή, αρνείται να διασπάσει τον κόσμο στον οποίο έχει πιστέψει. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι στη Σμύρνη. Που πίστεψαν πως θα φύγουν για λίγο και θα επιστρέψουν να συνεχίσουν τη ζωή τους από εκεί που την άφησαν…

Μια σκέψη ως συμπέρασμα

Στη Μικρά Ασία, όσοι αγάπησαν τη συνύπαρξη των λαών, των μιλετιών, στο όνομα της Ειρήνης, η εξουσία και η απληστία του κέρδους τούς έδιωξε. Όπως «έφυγαν» η Ειρηνούλα και ο Λεβέντ. Μπορεί να είναι τυχαία η ένωση αυτών των δύο ανθρώπων -δεν ξέρεις, μπορεί και όχι. Ευτυχώς, στην Ελλάδα, υπάρχουν ακόμα τεχνίτες του λόγου, που σκέφτηκαν πως η Μικρασία είναι σύνολο κι όχι θρησκευτικές ή κοινωνικές τάξεις, δεν είναι ιδεολογικές φανφάρες. Αν αυτή η αντίληψη ήταν ελεύθερη στη διακίνησή της και παρέμενε στην παρθενική μορφή της συνείδησης των λαών, ίσως η Ειρηνούλα και ο Λεβέντ να ζούσαν για πάντα ευτυχισμένοι. Το ίδιο και το παιδί της αγάπης τους, τα σόγια τους, τα προγονικά τους και τα ύστερά τους. Ένα τραγούδι, παλιό ρεμπέτικο είναι η ανάμνηση και ο πόνος της απώλειας, ο νόστος και η πίκρα της χαμένης επιστροφής:

Αμάν ένα σκουλήκι ψόφιο, αμάν
να το πατήσω δεν μπορώ
να φύγω δεν μ' αφήνει ...

Μονολογούσα μπας και τ' αποφύγω
να μην κάνω φόνο μήπως ζει
μα έχε σκοπό του πεθαμένο όντας
ξαπλωμένο χάμω να με δει  

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Σχετικά Άρθρα