Μάνος Ελευθερίου: Ο λόγιος που αγάπησε τη Σύρο

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο Μάνος  Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 12 Μαρτίου 1938.  Σε ηλικία 14 ετών μετακομίζει οικογενειακώς από τη Σύρο στο Χαλάνδρι κι  έπειτα από μερικά χρόνια  στο Νέο Ψυχικό.
Το 1955 γνωρίζεται με τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος τον συμβουλεύει να παρακολουθήσει μαθήματα στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Την επόμενη χρονιά γράφεται στο τμήμα θεάτρου της Σχολής Σταυράκου. Το 1960 στρατεύεται  στα Γιάννενα και δύο χρόνια αργότερα δημοσιεύει με δικά του χρήματα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός».  Τότε έγραψε και τα πρώτα του στιχουργήματα μεταξύ των οποίων  και «Το τρένο φεύγει στις 8» που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Αρχίζει η συνεργασία του με το «Reader’s Digest» που θα κρατήσει 16 χρόνια, καθώς και παρουσιάζονται τα δύο πρώτα του βιβλία με διηγήματα. Το 1964  συνεργάζεται με τον Χρήστο Λεοντή και τον Μίκη Θεοδωράκη. Η συνεργασία τους θα διακοπεί λόγω δικτατορίας, ενώ τα συγκεκριμένα τραγούδια πρωτοκυκλοφόρησαν το 1970 στο Παρίσι.

Βιβλίων Γη

Έκτοτε θα συνεργαστεί με τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και ερμηνευτές, έχοντας γράψει στίχους για περισσότερα από 400 τραγούδια. Παράλληλα γράφει και εικονογραφεί παραμύθια για παιδιά και επιμελείται λευκώματα με κύριο θέμα την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σύρο. Τη δεκαετία του ’90 αρθρογραφεί και συγχρόνως κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές στο Δεύτερο Πρόγραμμα και στον Αθήνα 9,84. Το 2004 δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο “Ο καιρός των χρυσανθέμων” που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2005. Το 2013 η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε για το σύνολο του έργου του. Έφυγε από τη ζωή στις 22 Ιουλίου 2018 σε ηλικία 80 ετών.
Το 2008 στο πατάρι του Ιανού έγινε μία αφιερωματική εκδήλωση για τον Μάνο Ελευθερίου.
Για εκείνον  μίλησαν ο εκδότης και ποιητής Θανάσης Νιάρχος, ο στιχουργός και παραγωγός  Κώστας Κωτούλας, ο καρδιοχειρουργός Σωτήρης Πράπας και ο συλλέκτης και συμμαθητής του Μάνου Ελευθερίου, ο Λεωνίδας Αγγέλου.. Τραγούδησαν η Γλυκερία, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Μπάμπης Στόκας, ο Κώστας Λειβαδάς και ο Γιάννης Χαρούλης, με συντονίστρια της εκδήλωσης την Μαρίνα Λαχανά.
Ο Λεωνίδας Αγγέλου κάνει μία ιδιαίτερη και φορτισμένη ομιλία για τον παιδικό του φίλο και συμμαθητή του,  για εκείνο τον άλλο Μάνο των εφηβικών τους χρονών.

Η ομιλία του «αλιεύθηκε» από βίντεο του Μάνου Ορφανουδάκη στο YouTube και είναι προϊόν προσωπικής αποφώνησης.

Λεωνίδας Αγγέλου :
« Καλησπέρα σε όλους…αφετηρία και μαζί σταθμός της ζωής μου είναι η Ερμούπολη…όπου μετατέθηκε ο πατέρας μου και εγκαταστάθηκε όλη η οικογένεια τον Σεπτέμβριο του 1948, ύστερα από Οδύσσειες…κακουχίες της Κατοχής…
Είναι η πόλη που προετοίμασε το μέλλον μου και η πόλη που με ακολουθεί… Είναι η δική μου πόλη…
Η σχολική χρονιά 1950-1951 μας φέρνει με τον Μάνο…  Μας φέρνει τον Μάνο κι εμένα στην πρώτη τάξη του εξατάξιου Γυμνασίου Αρρένων Σύρου.  Το ξεκίνημα της σχέσης, που φτάνει ως τα σήμερα!
Δεν είμαστε μόνο συμμαθητές… γίναμε φίλοι αμέσως! Περνούσαμε μαζί ώρες ατελείωτες εκτός σχολείου. Το θέατρο, ο κινηματογράφος που τις πιο πολλές φορές βλέπαμε κρυφά γιατί δεν μας το επέτρεπαν.. από το σχολείο.. το ραδιόφωνο, το διάβασμα βιβλίων λογοτεχνίας, η ζωγραφική.. κάρβουνο συνήθως με το σφομύλι σε πρώτο πλάνο…  εκείνος μου έμαθε το σφομύλι… ήταν όλα στην ημερήσια διάταξη.
Στο σπίτι του συχνά ξεχνιόμουν γιατί ήμουν το κοινό του, στα θεατρικά του δρώμενα… ναι… η μεγάλη μεσόπορτα φυσαρμόνικα… ανάμεσα στα δυο δωμάτια υποδοχής, ήταν υποτίθεται η αυλαία!!
Τα σχολικά βιβλία και τα τετράδια μας τα ντύναμε όλα με κόλλα μπλε και κολλούσαμε μια ετικέτα στο καθένα που γράφαμε το τι είναι τι… Όλων τα πιο καλαίσθητα ήταν τα δικά μου, γιατί ο Μάνος το κάθε τι το έγραφε σε γοτθική γραφή με μια απίστευτη ταχύτητα… έπρεπε να τον βλέπατε…
Ξεχασμένοι στον κόσμο μας ένα βράδυ ξεπέρασα την ώρα που έπρεπε να βρίσκομαι σπίτι μου. Υπήρχε περιορισμός στην ώρα κυκλοφορίας των μαθητών από το Γυμνάσιο, και η μητέρα μου θα με μάλωνε… Για τους χειμερινούς μήνες το όριο ήταν 7 μετά μεσημβρίας..
«Θα σε πάω εγώ στο σπίτι σου» μου είπε «αλλά εσύ δεν θα μιλήσεις καθόλου»
Μας άνοιξε την πόρτα η μητέρα μου και.. «Καλησπέρα σας κυρία Αγγέλου, μην τον μαλώσετε, η μητέρα μου τον κράτησε για ένα φλιτζάνι τσαϊ..έχετε τους χαιρετισμούς της… καληνύχτα σας»
Όπως καταλαβαίνετε μετά από αυτό η μητέρα μου όχι μόνο έχασε κάθε διάθεση να με  μαλώσει.. αλλά θαύμασε την αγωγή που του είχε δώσει η μητέρα του.
Εγώ βέβαια εκτός από αυτή την αγωγή ήξερα και την άλλη την αγωγή… εκείνη την θεατρική που κανείς βέβαια δεν του είχε διδάξει.
Η σχολική χρονιά 1951-1952 μας βρήκε στη δευτέρα Γυμνασίου. Θυμάμαι ως τώρα να ΄ναι, μετά τις εξετάσεις του πρώτου εξαμήνου, τον καθηγητή μας των ελληνικών, τον αείμνηστο Νικόλαο Παλαιολογόπουλο, να μπαίνει στην τάξη μας με ύφος που φανέρωνε την ευχάριστη έκπληξη του. Κάθισε στην έδρα και ύμνησε κυριολεκτικά το γραπτό του Μάνου.
«Σε συγχαίρω, παιδί μου» του είπε «αν συνεχίσεις έτσι… μια μέρα θα διαπρέψεις».
Και συνέχισε… και διέπρεψε…  Ήταν η πρώτη φορά που φάνηκε ότι βρισκόμαστε μπροστά σ΄ ένα λόγιο παιδί… Αυτόφωτο και ολόφωτο…

Βιβλίων Γη


Η σχολική χρονιά 1952-1953 έμελλε να είναι η τελευταία που θα είμαστε μαζί στο σχολείο. Η οικογένεια του έφυγε για να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αθήνα.
Η λύπη μου ήταν μεγάλη… όση και η αγάπη μου για εκείνον!
Εκείνο τον χειμώνα του 1953, η Ερμούπολη, παρά την πλήρη παρακμή της με μια αξεπέραστη αξιοπρέπεια υποδέχεται στο υπέρλαμπρο όσο και ετοιμόρροπο πια θέατρο-κόσμημα της, την Μαρίκα Κοτοπούλη για μια σειρά παραστάσεων… Από εκεί ξεκίνησε και εκεί ήρθε να κλείσει την πολυκύμαντη σταδιοδρομία της…

Ο Μάνος μού είχε πει τότε ότι, όταν βγήκε στη σκηνή κοιτάζοντας τα σανίδια της, είπε «καημένο θέατρο, γέρασες κι εσύ σαν κι εμένα».
Από τη Ρούλα Βεντούρη, γειτονοπούλα μου και συμμαθήτρια στην αντίστοιχη τάξη του Γυμνασίου Θηλέων, της οποίας η αδελφή ήταν στο Λύκειο Ελληνίδων, έμαθα ότι το Λύκειο Ελληνίδων την είχε καλέσει (την Κοτοπούλη) σε τσάι… Το είπα στον Μάνο και η αντίδραση του ήταν άμεση… «Πάμε να τη δούμε;»
Στο χειμωνιάτικο λυκόφως ενισχυμένο από το αχνό φως των λαμπτήρων της ηλεκτρικής του Βαλμά, δύο παιδιά με κοντά παντελόνια και πηλίκιο στο κεφάλι παρατάθηκαν τιμητικά… τιμητικό άγημα στο μεγαλείο της, έξω από την πόρτα του Λυκείου των Ελληνίδων και την περίμεναν.
Σε λίγο φάνηκε να έρχεται με τη συνοδεία της..
Μας είδε και κατάλαβε. Και περνώντας από μπροστά μας και κλίνοντας ελαφρά το γόνυ και με χαμόγελο μεγάλης ευχαρίστησης, μας είπε εκείνο το αξέχαστο «καλησπέρα σας και καληνύχτα σας, παιδιά μου» και αφέθηκε στα καλωσορίσματα των δεσποινίδων του Λυκείου.
Ως τότε και ποτέ άλλοτε δεν άκουσα τέτοιο χαιρετισμό…
Είναι όλα αυτά τα πράγματα πολύ παλιά…όμως «επιλεκτικά η μνήμη μου τα φύλαξε ως ήσαν», όπως λέει και ο μέγιστος των ποιητών…
Απόψε ο Μάνος μού κάνει τη μέγιστη τιμή να μιλώ δημόσια για εκείνον και να χαίρω χαράν αλογάριαστην..
Μάνο, είσαι ο φίλος της καρδιάς μου….όπως μου είπες κάποτε κι εσύ…
Εύχομαι να είσαι καλά και να είμαστε μαζί άλλα τόσα χρόνια…57 επί δυο… Καταλαβαίνεις…θα μας γράψουν στο βιβλίο Γκίνες,  να πούμε, με τα τσαρούχια…ναι;»

Σημ: ακολουθούν χειροκροτήματα!!!

Βιβλίων Γη









Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!