ΟΙ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, μέρος δεύτερο, ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟ, Μαίρη Κόντζογλου

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαίρη Κόντζογλου

Και οι δυο παππούδες μου πολέμησαν στη Μικρασία.

Κανείς τους δεν ήταν από εκεί. Ο ένας Ηπειρώτης από το Καπέσοβο του Ζαγορίου, ο άλλος Βλάχος από τη Σαμαρίνα.

Ο εκ μητρός παππούς Βασίλης, ο Ηπειρώτης,  μου είχε  (και του είχα) μεγάλη αδυναμία, κάναμε μεγάλες συζητήσεις, μου είχε διηγηθεί πολλά γεγονότα από την οπισθοχώρηση, τα περισσότερα τα είχα ξεχάσει. Όμως όταν έγραφα τους ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΥΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ και χωρίς να το έχω προσχεδιάσει μου ήρθαν οι μνήμες από τις διηγήσεις του για ένα κατ’εξοχή ελληνικό χωριό με το όνομα «Γκιούλμπαχτσε»,  «Ροδώνας» ας πούμε σε ελεύθερη μετάφραση, που μπήκαν και βρήκαν όλους τους κατοίκους σφαγμένους.

Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε η μυθιστορία…

Βιβλίων Γη

Απόσπασμα

– Έι, πατριώτες! φώναξε ο υπολοχαγός. Ο ελληνικός στρατός είμαστε! Είναι κανείς εδώ;

Ησυχία, κανείς δεν αποκρίθηκε, μόνο από κάπου μακριά ακούστηκε ένα σκυλί να αλυχτάει.

 – «Γαμώ τη βρόμα τους μέσα…» γκρίνιαξε κάποιος και η εντολή δόθηκε.

Έπρεπε να ψάξουν τα σπίτια, μήπως και έβρισκαν κάτι να φάνε.

Μοιραστήκαμε στους δύο δρόμους που έτεμναν το χωριό στα τέσσερα και αρχίσαμε να πλησιάζουμε τα σπίτια, που ήταν ελληνικά, αφού δεν είχαν κλειστές αυλές, δεν είχαν ψηλά ντουβάρια.

Ήταν  νοικοκυρεμένα χωριατόσπιτα με περιποιημένους μπαξέδες, ασπρισμένες γλάστρες, κουρτίνες στα παράθυρα.  Σε κάποιες αυλές υπήρχαν απλωμένες μπουγάδες στο σύρμα, σε άλλα σκεπάσματα που αερίζονταν στα κάγκελα, κάπου… δεν θυμάμαι τώρα πού… είδαμε και μια σκάφη παρατημένη και το νερό πράσινο. Θα έλιωσε το σαπούνι, πάει…, σκέφθηκα και ζήτησα άδεια να πάω μπροστά, την πήρα και με άλλους δυο, μεγαλύτερους σε ηλικία, μπήκαμε στην πρώτη αυλή.

Ο βόμβος δυνάμωσε.  Ανεβήκαμε προσεκτικά τα λίγα σκαλιά που οδηγούσαν από την αυλή στο σπίτι, μισόκλειστη η πόρτα, την έκανα πέρα και μπήκα ενώ ο ήχος τώρα ήταν πιο έντονος, εφιαλτικός.

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι έβλεπα. Μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μου… ύστερα είδα… άκουσα… Μύγες, εκατομμύρια μύγες, σύννεφο μαύρο που στεκόταν στη μέση του δωματίου –μπορεί και να ’ταν σάλα–, ένα μαύρο, πυκνό σύννεφο που κινιόταν στον χώρο και έκανε εκείνο τον καταραμένο: Ζζζζζζζζζζζζ.

 Ύστερα… Ένα, δύο, τρία… Τρία κεφάλια κομμένα, πεταμένα στο πάτωμα. Τρία κεφάλια με τα μάτια βγαλμένα,  με ξεραμένα αίματα και μύγες πάνω τους να βουίζουν και να τσαλαβουτάνε ξετρελαμένες από το φαγοπότι.

Έμεινα στο κατώφλι με το άδειο στομάχι να στέλνει στο στόμα μου ξινά υγρά. Τα πόδια παράλυτα, από πίσω σκουντιόταν οι άλλοι δυο, κι εμείς, κι εμείς να μπούμε, πάτερ

Βιβλίων Γη

Έκανα  στην άκρη, μπήκανε όλο περιέργεια, κεφάτοι σχεδόν. Πρώτος ούρλιαξε ο αρραβωνιασμένος, έτρεξε έξω, από πίσω του και ο άλλος, ουρλιάζοντας πως ήταν όλοι σφαγμένοι, κάποιες μύγες τούς ακολούθησαν βιαστικές.

Έμεινα να κοιτάω ….  Σκοτωμένους είχα δει πολλούς, δεν είχα ξαναδεί όμως έρημα κεφάλια, δεν είχα δει τον άνθρωπο να γίνεται βορά στις μύγες.

Με το χέρι μου να κλείνει τη μύτη και το στόμα, πέρασα δίπλα από τα κεφάλια και κατευθύνθηκα προς μια πόρτα που έχασκε ανοιχτή. Στη διπλανή κάμαρα ή ό,τι ήταν βρίσκονταν τα κουφάρια πεταμένα στο πάτωμα –μάνα με τα δυο της παιδιά μάλλον – και έδωσα εντολή στους σαστισμένους φαντάρους να τα βγάλουν στην αυλή.

 Στο διπλανό σπίτι, που ήταν σχεδόν καλύβα,  έσπρωξα την ξύλινη πόρτα και, προτού προλάβω να κάνω δυο βήματα, σχεδόν πάτησα ένα κεφάλι με άσπρα μαλλιά και γένια που καθώς φαίνεται  είχε κυλήσει ως εκεί.  Αηδιασμένος, όσο και φοβισμένος τράβηξα το πόδι μου και είδα το σώμα να κείτεται σε ένα στενό ντιβανάκι –μάλλον στον ύπνο τον είχαν πιάσει. Τράπηκα σε φυγή ακολουθούμενος από ένα σύννεφο βρομερές μύγες, ο  βόμβος να μου τρυπάει τα αυτιά.

Οι στρατιώτες, με τα βρόμικα μαντίλια τους δεμένα στις μύτες  περίμεναν εντολές.

 – Όλους! ούρλιαξα. Λοχία, όλους στην αυλή! και χώθηκα σε ένα δίπατο σπίτι.

Πλούσιοι θα έμεναν εκεί, τώρα μόνο σφαγμένοι, έξι κεφάλια στο πρώτο πάτωμα, σε μια ευρύχωρη σάλα, τρία γυναικεία, με ματωμένα μαλλιά και παραμορφωμένο στόμα, τρία μικρά… παιδάκια μάλλον… κοτσίδες με φιόγκους είχαν… κορίτσια… κοριτσάκια… και… και..

 – Ήμαρτον, Κύριε! φώναξα.

Πετάχτηκαν οι μύγες ανάστατες… δεν πρόλαβα ούτε να στρέψω το πρόσωπό μου προς άλλη κατεύθυνση… σαν είδα ένα κομμάτι… όχι κομμάτι… ένα μικρό… τόσο δα… με σφιγμένες γροθιές… ήταν αγέννητο… ήταν ένα μικρό, αγέννητο παιδί, πεταμένο ανάμεσα στα κεφάλια…

Βιβλίων Γη

Η τριλογία «Οι Μεσημβρινοί της ζωής», της Μαίρης Κόντζογλου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!