Η «Μικρά Ασία» του Απόστολου Καλδάρα και του Πυθαγόρα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Η Μικρασία, σαν τόπος και ιδέα, έχει τιμηθεί, τραγουδηθεί και ανιστορηθεί αμέτρητες φορές. Ως ένα τραγικό γεγονός της Νεότερης Ιστορίας, αποτέλεσε κίνητρο και έμπνευση στη λογοτεχνία και στη μουσική, στη ζωγραφική και στη λαϊκή παράδοση και τα έργα που έχουν προκύψει, αποτελούν πολιτιστική κληρονομιά. Ο δίσκος Μικρά Ασία, όμως, είναι το απαύγασμα της λυρικής και παραδοσιακής μουσικής, του πόνου και του καημού μιας ολόκληρης γενιάς, ενός λαού που μεγαλώνει με μια μοίρα αδίστακτη. Δημιουργήθηκε σε μια εποχή που η Ελλάδα βρισκόταν, ακόμα μια φορά, σε μια δεινή πολιτική κατάσταση, κατά την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών, και η τρίτη γενιά όλων όσων έζησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή έχουν ακόμα ζωντανές στη μνήμη τους τις περιγραφές των προγόνων τους -κάποιοι ακόμα ζούνε άλλωστε. Ο δίσκος αυτός γίνεται μια γέφυρα με το παρελθόν, με τρόπο συνδετικό, γεφύρωσης και επούλωσης πληγών που είναι ακόμα ανοιχτές. Ο Απόστολος Καλδάρας και ο Πυθαγόρας καταφέρνουν να ενώσουν τη λαϊκή μουσική με την παραδοσιακή, την ποίηση και τον αμανέ, το ταξίμι με τη σύγχρονη μελωδία, τον Τούρκο με τον Έλληνα, τον πόνο με το γλέντι. Την Ιστορία με την αληθινή ζωή.

Βιβλίων Γη

Το 1972, συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Καλδάρας αποφασίζει να δημιουργήσει έναν κύκλο τραγουδιών με αρχή, μέση και τέλος. Στο μυαλό του έχει να δημιουργήσει έναν δίσκο με μια κοινή θεματική 33 στροφών και όχι τα γνωστά 45άρια που μέχρι τότε κυκλοφορούσαν στη δισκογραφία. Ο τρόπος που δημιουργούσε τραγούδια είχαν για εκείνον έναν συγκεκριμένο δρόμο. Πρώτα έφτιαχνε τη μουσική και μετά την έντυνε με τους στίχους. Ο Πυθαγόρας έχει στη φαρέτρα του αυτό που ζητάει ο συνθέτης. Η επιλογή ήταν η πιο εύστοχη. Ο Πυθαγόρας ήταν ο στιχουργός των μεγάλων επιτυχιών. Λαϊκός, γνωστός για τα σπουδαία έργα και τις συνεργασίες του εκείνη την εποχή, αλλά και σπουδαίος για τη δουλειά που έχει δείξει.. Τη συναισθηματική του γραφή, τα μηνύματα που πέρναγε μέσα από τους στίχους του και το πολιτικό και συναισθηματικό υπόβαθρο που έκρυβαν.

Βιβλίων Γη

Η επιλογή των τραγουδιστών

Η αρχική επιλογή ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. Η στιβαρή και λαϊκή του φωνή θεωρήθηκε η κατάλληλη για να δώσει την ένταση και να αποδοθούν τα τραγούδια. Ο πόνος και ο καημός ενός ολόκληρου λαού. Η συνάντηση με τον σπουδαίο τραγουδιστή δεν είχε το αποτέλεσμα που περίμεναν. Ο Κώστας Καλδάρας, γιος του συνθέτη, σε μια συνέντευξή του, αφηγείται πώς δεν ευδοκίμησε αυτή η συνεργασία:

Ποιος θα τα πει τώρα; Φωνάζει λοιπόν ο Απόστολος τον Καζαντζίδη στους Θρακομακεδόνες κι είμαστε η μάνα μου, ο πατέρας μου, εγώ, ο Καζαντζίδης κι ο Τσερόλας, ο εργολάβος οικοδομών, ο συμβουλάτορας του. Το θυμάμαι σαν τώρα, καθόμασταν σε στρογγυλό τραπέζι. Παίρνει την κιθαρίτσα ο Απόστολος κι αρχίζει να τα παίζει. Ο Καζαντζίδης σιωπηλός. Πετάγεται ο Τσερόλας και λέει «κύριε Καλδάρα, ωραία τα τραγουδάκια σας, αλλά δεν μας κάνουν». Ο Απόστολος κιτρίνισε. Απόρησε τόσο πολύ που κόπηκε… Λέει «Στέλιο, δε λες κάτι εσύ;» Ο Στέλιος κάτι μουρμούρισε. Πετάχτηκε η Λουλάρα η μάνα μου και του λέει «κύριε Τσερόλα, σέβομαι την εργασία σας αλλά τι δουλειά έχετε εσείς με το τραγούδι, να μιλάτε εκ μέρους του Καζαντζίδη;» Ο Καζαντζίδης τίποτα, μουρμούριζε… Και του λέει ο Απόστολος «άντε Στελλάκη, άντε αγόρι μου, εγώ φταίω που σε φώναξα. Άντε πήγαινε…». Κι ήταν η τύχη του Νταλάρα και της Χαρούλας, ας πούμε…

Πηγή: Ogdoo.gr

Η δεύτερη επιλογή ήταν καθοριστική. Οι φωνές των δύο τραγουδιστών έδωσαν τη δύναμη και την ένταση που χρειάστηκαν τα τραγούδια με μεγάλη επιτυχία. Σήμερα, ο δίσκος «Μικρά Ασία» ταυτοποιείται με τις φωνές του Γιώργου Νταλάρα και της Χαρούλας Αλεξίου, που για πρώτη φορά, μάλιστα, παίρνει μέρος σε μια τόσο σημαντική δισκογραφική δουλειά.

Ο δίσκος βγαίνει τον Αύγουστο του 1972 και η απήχηση αρχικά δεν είναι η αναμενόμενη. Η «Μικρά Ασία» δε δέχεται την αγάπη που περίμεναν οι συντελεστές του. Αρχικά…Γιατί, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ο δίσκος εκτινάσσεται από τις πωλήσεις. Γίνεται ο πρώτος που θα εισάγει την έννοια του χρυσού δίσκου στην Ελλάδα (θα έπρεπε για να γίνει χρυσός, να έχει πάνω από 100.000 πωλήσεις). Επίσης είναι ο πρώτος δίσκος που μένει για καιρό στην κορυφή, σε ξενόγλωσσο LP, σε πωλήσεις στην Αμερική..

Βιβλίων Γη
Η απονομή του πρώτου χρυσού δίσκου στην Ελλάδα

Τα τραγούδια

Το έργο «Μικρά Ασία» είναι μια σύνθετη και με πολλά μηνύματα κατάθεση. Πρόκειται για τη μουσική ιστορική καταγραφή μιας από τις πιο μελανές στιγμές της Νεότερης Ιστορίας. Κρύβει μέσα στους στίχους και τη μουσική του όσα θέλησαν να πουν όσοι έγιναν μάρτυρες της Καταστροφής. Όχι μόνο οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα, αλλά και όσοι από τους Έλληνες πολέμησαν στα μέρη της Ιωνίας. Στην ουσία, η πληγή είναι κοινή και δεν έχει να κάνει με μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων. Είναι η πληγή του Νόστου και της προσφυγιάς, της ξενιτιάς που μένει πάντα ίδια για όλους τους ανθρώπους από το «Σπίτι μου το πατρικό»:

Ποιο ειν’ το πιο ψηλό βουνό κατάκορφα ν’ ανέβω
το σπίτι μου το πατρικό να βλέπω ν’ αγναντεύω

Μάνα μου ο ξένος τόπος είναι φυλακή
αχ και να `ταν να πετούσα λίγο ως εκεί

Στα χείλη μου έχω παγωνιά και μοναξιά τριγύρω
και δεν υπάρχει μια γωνιά για θάνατο να γείρω

Ξεσηκώνει και θυμίζει την ελπίδα και την προσμονή της λευτεριάς και την κρυφή προσευχή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας να καταφέρουν να ζήσουν όπως η Μεγάλη Ιδέα τούς υποσχέθηκε. Γλεντάνε με την απόβαση του ελληνικού στρατού το 1919. Ένα όνειρο απατηλό και αδύνατο, αλλά γραμμένο σαν κώδικας στο αίμα τους, με το «Γιορτή των Ζεϊμπέκηδων»:

Μες στον μαχαλά πέφτει κουμπουριά
οι Ζεϊμπέκηδες χορεύουν στου Δελή Θρακιά
Πίνουνε ρακί τρώνε παστουρμά
και χτυπάνε τα ποδάρια με τα γεμενιά

Παλικάρια ένα κι ένα με σαλβάρια κεντημένα
και χρυσά κουμπιά
Έχουν τα σπαθιά στα χέρια και στο στόμα τα μαχαίρια
Γεια σας ρε παιδιά!

Καίγεται ο ντουνιάς σπάει ο ταμπουράς
σπάει απ’ το σεβντά του κι ο Ντελή Θρακιάς
Κράτα, ρε καρδιά λένε τα παιδιά
ώσπου να λεφτερωθούμε άπ’ τον Κεχαγιά

Παλικάρια ένα κι ένα με σαλβάρια κεντημένα
και χρυσά κουμπιά
Έχουν τα σπαθιά στα χέρια και στο στόμα τα μαχαίρια
Γεια σας ρε παιδιά!

Μοιρολογάει τον ανθό της Μικράς Ασίας που χάθηκε με βιαιότητα από την οργή των Τούρκων. Κάνει μνημόσυνο σε όσους σφάχτηκαν, κατακρεουργήθηκαν και σύρθηκαν στα τάγματα εργασίας και έχασαν τη ζωή τους. Με ταφικά έθιμα αρχαία με τη θύμηση της έννοιας του ραγιά, τον χτύπο της καμπάνας του συμβόλου της χριστιανοσύνης, με έμμεση αναφορά της αρχής του κακού, με την Άλωση της Πόλης. Άντρες και νέοι, γέροι και παιδιά, με το «Καμπάνες της Αγιάς Σοφιάς»:

Χτύπησαν το παλικάρι
μεσημέρι στο παζάρι
σαν πουλί σαν περιστέρι
ένα ασκέρι φονικό
Κλαίνε κόρες κλαίνε μάνες
κλαίει ο ραγιάς
κλαίνε κλαίνε κι οι καμπάνες
της Αγιάς Σοφιάς
Κλαίνε κόρες κλαίνε μάνες
κλαίνε ο ραγιάς
κλαίει κλαίνε κι οι καμπάνες
της Αγιάς Σοφιάς
Κόβουνε απ' τους μπαξέδες
γιασεμιά και κατιφέδες
το χτενίζουν και τ' αλλάζουν
και στενάζουν τα στενά
Κλαίνε κόρες κλαίνε μάνες
κλαίει ο ραγιάς
κλαίνε κλαίνε κι οι καμπάνες
της Αγιάς Σοφιάς
Κλαίνε κόρες κλαίνε μάνες
κλαίει ο ραγιάς
κλαίνε κλαίνε κι οι καμπάνες
της Αγίας Σοφιάς
Βιβλίων Γη

Στο κυρίως θέμα του, με λαϊκότροπους μεταλλαγμένους αμανέδες, θρηνεί την Καταστροφή της Σμύρνης, με το «Η Σμύρνη» και το «Πήρε φωτιά το Κορδελιό». Άλλοτε με οδύνη και θρηνητικό ίαμβο, άλλοτε γρήγορα και κοφτά, σαν να καίγεται ήδη η φωνή του τραγουδιστή και η κραυγή του βγαίνει από τις στάχτες της πόλης. Η Σμύρνη που μέχρι τέλους δεν κατάλαβε τον χαμό που έρχεται και γλεντάει μέσα στην ηδονή και τη γλυκύτητα. Ή σαν επίκληση στη Ρωμιοσύνη και στη τραγική της πορεία στην ιστορία. Χρησμοί και αλήθειες, διαπιστώσεις και απόγνωση για τη μοίρα ενός λαού:

Η Σμύρνη μάνα καίγεται καίγεται και το βιος μας
ο πόνος μας δε λέγεται δε γράφεται ο καημός μας

Ρωμιοσύνη ρωμιοσύνη δε θα ησυχάσεις πια
ένα χρόνο ζεις ειρήνη και τριάντα στη φωτιά

Η Σμύρνη μάνα χάνεται τα όνειρά μας πάνε
στα πλοία όποιος πιάνεται κι οι φίλοι τον χτυπάνε

Ρωμιοσύνη ρωμιοσύνη δε θα ησυχάσεις πια
ένα χρόνο ζεις ειρήνη και τριάντα στη φωτιά

Πήρε φωτιά το Κορδελιό
Καίγονται τα μορτάκια
Γλεντάνε στο καφέ αμάν
Ρωμιοί και χανουμάκια
Τσιφτετέλι τσιφτετέλι
Με λαμπάδιασεσ καημέ
Θα παλέψω μ' όποιον θέλει
Για χατίρι σου φατμέ
Δώσ' μου καλέ το φερετζέ
Να το 'χω για μαντήλι
Γιατί ζηλεύω π' ακουμπά
Στα κόκκινα σου χείλη
Τσιφτετέλι τσιφτετέλι
Με λαμπάδιασεσ καημέ
Θα παλέψω μ' όποιον θέλει
Για χατίρι σου φατμέ

Η ζωή στην Ελλάδα, ο πόνος του ξεριζωμού, της ανέχειας και της πικρής ανάμνησης. Η Κοκκινιά και οι καταυλισμοί που έγιναν σπίτια και καινούρια ζωή, με το μαράζι και τον καημό του ξένου τόπου και τη γλυκιά ανάμνηση της παλιάς ζωής. Αληθινά λόγια, αληθινές στιγμές με παράπονο και δάκρυ. Χωρίς καλλιτεχνικά φτιασίδια, αλλά με την πραγματική καταγραφή όσων έζησαν όσοι ήρθαν κυνηγημένοι και ανήμποροι στην Ελλάδα, με το «Πέτρα πέτρα χτίσαμε», με σαφείς αναφορές και στην έξωση από την Πόλη και τα «Σεπτεμβριανά»:

Πέτρα πέτρα χτίσαμε μια φτωχή γωνιά
τη ζωή μας κλείσαμε μες στην Κοκκινιά
δάκρυ δάκρυ φτάσαμε ως τη λησμονιά
τι είμασταν ξεχάσαμε μες στην Κοκκινιά
Μα το βράδυ που 'ρχεται τ' όνειρο μας παίρνει
στην Πέργαμο μας φέρνει και στο Μαρμαρά
Δρόμο δρόμο βρήκαμε χώμα και νερό
απ' τον πόνο βγήκαμε κι από το χαμό
συννεφάκια αρμένισαν σ' άλλους ουρανούς
τα παιδιά μας γέννησαν κόρες κι εγγονούς
Μα το βράδυ που 'ρχεται τ' όνειρο μας παίρνει
στην Πέργαμο μας φέρνει και στο Μαρμαρά

Τις πρώτες ώρες στον καινούριο τόπο, την οδύνη και το κλάμα των παιδιών που ζούνε την ορφάνια και το γιατί. Το «Τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω» αποτελεί μια ελεγεία, με τη φωνή του Γιάννη Φέρτη, να εκπροσωπεί έναν ολόκληρο λαό, τα όνειρα, την οργή και το αίμα που έζησε, με την επανάληψη μιας στροφής ίδιας και απαράλλαχτης σε όλο το τραγούδι. Το απόλυτο μοιρολόι. Η υπέρτατη κραυγή. Αληθινή και συγκλονιστική:

Σαν ήμουνα παιδί κι εγώ
φτερούγισα απ’ την κούνια
όμως μαχαίρια έβλεπα
στης Πόλης τα καντούνια

Κυνηγημένος μιαν αυγή
ετράβηξα τους δρόμους
φωτιά στα πόδια μου η γη
κι η μοναξιά στους ώμους

Φέρτε μου νερό να ξεδιψάσω
και μια πέτρα για να ξαποστάσω
τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω
απ’ όσα πέρασα
Βιβλίων Γη

Ο κύκλος κλείνει συνδέοντας δύο τραγούδια, με σημειολογική έννοια. Οι άνθρωποι πάντα θα γιορτάζουν τον πόνο και το κακό. Η Ανατολή γλεντάει τον καημό και τα βάσανα, δίνει χέρι Ειρήνης, ένα νόημα υπέρτατο και σημαντικό. Οι λαοί έχουν πάντα τα ίδια βάσανα και τις ίδιες εικόνες, σκέψεις και παράπονα. Έζησαν μαζί, πόνεσαν κι έκλαψαν για τις ίδιες τις ζωές τους, αποχαιρετίστηκαν και κάποιοι έδωσαν τα χέρια που δούλεψαν το ίδιο χώμα, ίδρωσαν στην ίδια πέτρα, ήπιαν από το ίδιο νερό, γλέντησαν με τα ίδια τραγούδια, γιόρτασαν γεννήσεις, θρήνησαν θανάτους, κόπηκαν στα δυο από τους ίδιους δυνάστες, από την ίδια εξουσία.:

Δυο παλικάρια απ' τ΄ Αϊβαλί

Δυο παλικάρια απ’ το Αϊβαλί
μπήκαν στο στέκι του Μπαλή
μπήκαν στο στέκι του Μπαλή παρέα
κι είχανε και τα δυο σεβντά
κι ήπιαν δυο θάλασσες πιοτά
για μια γυναίκα τ’ Αϊβαλιού ωραία

Πίνανε και καπνίζανε
και την αγάπη βρίζανε

Δυο παλικάρια απ’ το Αϊβαλί
μπήκαν στο στέκι του Μπαλή
και δεν αφήσανε γυαλί στο ράφι
για τη ζημιά στο μαγαζί
δώσαν στον γέρο το Μπαλή
έναν τουρβά ασήμι και χρυσάφι

Πίνανε και καπνίζανε
και την αγάπη βρίζανε


Μες στου Βοσπόρου τα στενά

Μες στου Βοσπόρου τα στενά
ο Γιάννης κλαίει τα δειλινά
και ο μεμέτης πλάι του
πίνει και τραγουδάει του

Τούρκος εγώ κι εσύ Ρωμιός
κι εγώ λαός κι εσύ λαός
εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ
όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ

Με λίγη αγάπη και κρασί
μεθάω κι εγώ μεθάς κι εσύ
πιες λίγο από το τάσι μου
αδέρφι και καρντάσι μου

Τούρκος εγώ κι εσύ Ρωμιός
κι εγώ λαός κι εσύ λαός
εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ
όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ

Ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» ενώνει τον μύθο και την αλήθεια. Την παράδοση και την κρυφή ελπίδα που μένει να κυλάει στο αίμα όσων εκδιώχθηκαν. Η κόκκινη μηλιά είναι το πιο παλιό παραμύθι που έσβησε, που έγινε ζωή και δε δικαιώθηκε, δε λυτρώθηκε, ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, κι ας βρίσκεται ακόμα σαν παραμύθι στη συνείδηση και στις σκέψεις. Τα γραμμένα που ποτέ δεν εκπληρώθηκαν:

Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά
που λένε τα γραμμένα,
τo ‘να σκοτώθηκε, τ’ άλλο λαβώθηκε
δε γύρισε κανένα.

Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
ούτε φωνή, ούτε λαλιά.
τον τραγουδάει όμως στα παιδιά,
σαν παραμύθι η γιαγιά.

Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά
που λένε τα γραμμένα,
το `να σκοτώθηκε, τ’ άλλο λαβώθηκε
δε γύρισε κανένα.

Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά,
δυο πετροχελιδόνια,
μα εκεί εμείνανε κι όνειρο γίνανε
και δακρυσμένα χρόνια.

Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
ούτε φωνή, ούτε λαλιά.
τον τραγουδάει όμως στα παιδιά,
σαν παραμύθι η γιαγιά.
Βιβλίων Γη

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει μιλήσει γι’ αυτόν τον δίσκο με εντιμότητα και ειλικρίνεια και είναι ίσως ο μοναδικός που μπορεί να εκφράσει με τα λόγια του τη βαρύτητα και τη σημαντικότητα αυτού του έργου, μιας και είναι ο συντελεστής και στιχουργός του άλλου εμβληματικού δίσκου του Καλδάρα, «Βυζαντινός Εσπερινός»:

Αν με ρωτούσαν όμως ποιo από τα δύο έργα προτιμώ, θα απαντούσα χωρίς δισταγμό: τη “Μικρά Ασία”. Η “Μικρά Ασία” πριν απ’ όλα, έχει ένα καταπληκτικό θέμα. Κι αυτό το θέμα, δεν αφορά μόνο τους Μικρασιάτες, τους Πόντιους, τους Κωνσταντινουπολίτες κ.λ.π. Αφορά όλους τους Έλληνες. Και τα εκατομμύρια των παιδιών, που είχαν πρόσφυγες γονείς και τώρα έχουν γίνει κι αυτά πατεράδες και παππούδες, αλλά και τους Πελοποννήσιους και τους Αθηναίους και τους Θεσσαλούς και τους Μακεδόνες και τους νησιώτες και τους Ηπειρώτες και τους Θράκες-τους πάντες. Διότι το ’22, η Μικρασιατική καταστροφή, ήταν ένα συνταρακτικό γεγονός, από κάθε πλευρά. Ένα συνταρακτικό γεγονός που άλλαξε ουσιαστικά και καίρια την Ελλάδα.

Πηγή:Ogdoo.gr

Αυτή είναι η ιστορία του δίσκου «Μικρά Ασία», αλλά και της Μικράς Ασίας γενικότερα, μέσα από τη μουσική μαρτυρία δύο σπουδαίων δημιουργών. Η μουσική μπορεί να γράψει Ιστορία, όχι μόνο με την απλή έννοια του όρου, δηλαδή με τη μορφή συνθέσεων που η αναγνωρισιμότητά τους και η εμβληματική τους υπόσταση μένει αξέχαστη στον χρόνο, αλλά και ως μία πηγή γνώσης για τη λαϊκή ιστορία και την καταγραφή της.

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!