Η Σμύρνη είναι…η γιαγιά μου, της Ιφιγένειας Τέκου

Βιβλίων Γη

Γράφει η Ιφιγένεια Τέκου

Λίγο πολύ, πολύ θα έλεγα, όλοι γνωρίζουμε τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν το 1922 και κατέληξαν στην Μικρασιατική Καταστροφή֗ τις μάχες, τις σφαγές, τη φονική φωτιά και τέλος των ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Ιωνίας που από τη μια στιγμή στην άλλη έχασαν τα πάντα και κλήθηκαν να κάνουν μια νέα αρχή σε έναν τόπο  που δεν τους υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες.

 Βέβαια, η αναφορά στον τόπο «Σμύρνη» που σχεδόν πάντα συνοδεύεται από έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό σαν παράπονο μεταφερμένο θαρρείς μαγικά  μέσα μας από τις προηγούμενες γενιές, δεν είναι μόνο ημερομηνίες και ιστορικά γεγονότα αλλά και οι αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων μας, τα φαγητά και τα «σιγανοτραγουδίσματα» της γιαγιάς, οι πολύτιμες συμβουλές  τους που μας τροφοδοτούσαν με αισιοδοξία  και το απαραίτητο πείσμα προκειμένου να συνεχίσουμε να παλεύουμε για το καλύτερο.

Βιβλίων Γη

Τι παράξενο να σε έχουν βρει τόσες συμφορές κι όμως να καταφέρνεις να διατηρείς το χαμόγελό σου εμφυσώντας ελπίδα στους απόγονούς σου, σε αυτούς που δεν είναι «μαθεμένοι» στα δύσκολα, που βαρυγκωμούν και φυσομανούν για τη «δύσκολη» ζωή τους  και η γραμμή του στόματός τους παίρνει με τρομαχτική ευκολία την κατιούσα!

Έτσι ήταν και η γιαγιά μου η Νίτσα, η χαρά της ζωής και η προσωποποίηση της δύναμης, εκτός βέβαια από εκείνες τις λίγες φορές που οι δυσάρεστες μνήμες ανέβαιναν στο λαιμό της και την έπνιγαν και τότε το αγαπημένο της τραγούδι: «Έλα, Γιούλα-Γιούλα-Γιούλα, έλα πάρε με,/άνοιξε τις δυο σου αγκάλες, μέσα βάλε με» γινόταν λυγμός κι ένα παράπονο που μας κατάπινε όλους. Γιατί έπρεπε να χάσει τον μικρό της αδελφό τη μαύρη εκείνη ώρα που έψαχναν απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής με κάποιο καράβι ή βάρκα; Γιατί να αφήσει το σπίτι της με την όμορφη αυλίτσα που στο μέσο της, μόλις ένα χρόνο πριν την Καταστροφή, είχε φυτέψει μια λεμονίτσα; Γιατί να αποχωριστεί την καλύτερή της φίλη που, μπορεί να’ χαν και τις αντιζηλίες τους για το ποια κάνει τα πιο όμορφα γράμματα ή ποιανής τα μαλλιά είναι πιο μεταξένια, όμως αγαπιόντουσαν αληθινά;

Μεταξύ άλλων, ήταν και ένθερμη υποστηρίκτρια  του Βενιζέλου η Νίτσα, δεν ανεχόταν να της τον κατηγορούν αποδίδοντάς του άδικες ευθύνες όπως έλεγε, και μονάχα όταν άσπρισαν για τα καλά τα μαλλιά της εμφανίστηκαν ρωγμές στην τυφλή εμπιστοσύνη που του είχε κάποτε και, σε στιγμές ανόθευτης από συναίσθημα κριτικής, άφηνε να ξεμυτίσει κι ένα «μπορούσε να τα΄ χε κάνει καλύτερα τα πράγματα, να γλιτώναμε το κακό».

Βιβλίων Γη

Η Ελλάδα, δεν ταίριαξε τελικά στην προγιαγιά και τη γιαγιά μου.  Ήρθαν, είδαν και έφυγαν για την Πόλη όπου ρίζωσαν, τουλάχιστον μέχρι να τους ξεριζώσουν κι από εκεί…με τη βία. Θέλανε να βρίσκονται, βλέπεις, ανάμεσα σε δικούς τους ανθρώπους, Ρωμιούς, που μιλούσαν και λίγο τουρκικά, λίγα γαλλικά, έναν αχταρμά τέλος πάντων από οικείες  σε αυτούς λέξεις και εκφράσεις χωρίς κανείς να τους κοιτά στραβά σαν να’ναι  ανεπιθύμητοι ξενομερίτες.

Νέα ζωή εκεί στην Πόλη, όμορφη ζωή για αρκετά χρόνια֗ σπίτι στο Ταρλάμπασι με  χαρούμενες μαζώξεις σε σπίτια φίλων, σκληρή δουλειά σε συνδυασμό με διάθεση για δημιουργία και φυσικά…έρωτα. Αδύνατο να μείνει ασυγκίνητη η Νίτσα  από τον γοητευτικό τσιγκογράφο που συνάντησε τυχαία μια μέρα που έκανε περίπατο με την Ιταλίδα φίλη της. Παντρεύτηκαν και έκαναν  τέσσερα παιδιά, μεγάλη ευτυχία κι ας ήταν λίγο μπερμπάντης ο παππούς, Θεός σχωρέστον, ειδικά απ’ όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα. Είναι που διαμαρτύρονταν οι Παλαιοελλαδίτισσες ότι οι  ξεδιάντροπες Σμυρνιές κλέβουν τους άντρες τους…ναι καλά, κάτι γνώριζαν και αυτές οι « αγνές και αλάθητες» για το πώς να διαλύουν σπίτια, για αυτό και η γιαγιά μου δεν μου έμαθε μονάχα πώς να μαγειρεύω νόστιμα φαγητά αλλά με παρότρυνε κιόλας να στηρίζομαι στον εαυτό μου  και επ’ ουδενί σε κάποιο αρσενικό, αφού τα περισσότερα αποδεικνύονται σκάρτα.

 Ποτέ δεν θα λυπάσαι τα λεφτά και τον κόπο προκειμένου να μορφωθείς, μου έλεγε διαρκώς αναγνωρίζοντας την αξία της εκπαίδευσης κι ας μην είχε η ίδια μορφωθεί…ίσως για αυτό. Έλεγε κι άλλα όπως για παράδειγμα να μαγειρεύεις με αγάπη, να φοράς πάντα καθαρό βρακί μήπως χρειαστείς γιατρό ξαφνικά και τι θα νομίσουν για σένα αν φοράς ένα τρύπιο ή βρώμικο εσώρουχο, να μην τα λες όλα στον άντρα σου παρά να κρατάς και κάποια μυστικά για σένα, μην ονειρεύεσαι το μετά, κοίτα το τώρα και, όλα καλά θα πάνε, γιαβρί μου, να μην ανησυχείς!

Βιβλίων Γη

Αυτό το «όλα καλά θα πάνε!» μου ζέσταινε την καρδιά διώχνοντας μονομιάς κάθε δυσάρεστη σκέψη, λες κι ήταν ξόρκι μαγικό, που τα’κανε κι αυτά δηλαδή  η γιαγιά μου όταν ήμουν παιδί, δήθεν ξόρκια που νοστίμιζαν το απεχθές για μένα ψάρι, που μου χάριζαν ομορφιά παρόλο που είχα βγάλει ένα τεράστιο σπυρί στη μύτη (εφηβεία γαρ), που με έκαναν εξυπνότερη λίγο πριν δώσω εξετάσεις στο σχολείο και που σίγουρα θα έφερναν στα πόδια μου το αγόρι για το οποίο έλιωνα. Ναι, εντάξει, τίποτα δεν γινόταν χάρη στα ψευτοξόρκια όπως ήταν το λογικό και αναμενόμενο, όμως μου ανύψωναν το ηθικό κι αυτό, μόνο θετική επίδραση είχε πάνω μου.

Θαρρώ μακρυγόρησα μολονότι θα μπορούσα συνεχίσω για ώρες,  ίσως μάλιστα να θεωρηθεί πως βγήκα εκτός θέματος που δεν είναι άλλο από την επέτειο των εκατό χρόνων από την Καταστροφή της Σμύρνης, μα για μένα η Σμύρνη είναι η γιαγιά μου και όλα όσα με δίδαξε και μου πρόσφερε απλόχερα σαν δεύτερη μάνα μου. Οι αναμνήσεις, οι εμπειρίες της, ο πόνος, και η αγάπη που ένιωσε για τον τόπο της έχουν μεταγγιστεί σε μένα και έχουμε γίνει  εν τέλει ένα.

Σχετικά Άρθρα