Εμμανουήλ και Αικατερίνη (Τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια), Ρέα Γαλανάκη

Βιβλίων Γη

Γράφει η Νατάσα Μουτούση

Τα ονόματα των ανθρώπων είναι ισχυρά, ασκούν μία γοητεία και η Ρέα Γαλανάκη τα επιλέγει σαν επιτυχημένους τίτλους στα βιβλία της. Αυτό πράττει και στο τελευταίο της πόνημα, μία όμορφη σκληρόδετη έκδοση, όπου στο εξώφυλλο εικονίζονται τα πρόσωπα των γονέων της. Γνωρίζει, επίσης καλά, ως ιστορικός, να διεξάγει έρευνα για κάθε ιστορικό γεγονός, αλιεύοντας πληροφορίες στο διαδίκτυο ή σε βιβλιοθήκες, να αποκωδικοποιεί κρυφά μηνύματα που ανακαλύπτει, να ερμηνεύει λέξεις που έχουν ειπωθεί δημόσια ή ιδιωτικά στον προφορικό λόγο και να αναλύει φωτογραφίες που «μιλάνε». Γιατί «μιλάνε» οι παλιές φωτογραφίες, όπως οι πίνακες ζωγραφικής, μετά από την ακριβή μελέτη της ισορροπίας στη σύνθεση κάθε εικόνας και αφηγούνται ιστορίες. Ανιχνεύονται τα συναισθήματα εκείνων που ποζάρουν και προσδιορίζεται η ψυχοσύνθεσή τους από τη στάση του σώματος, την έκφραση του προσώπου και τον ενδυματολογικό κώδικα. Ο τόπος και ο χρόνος της λήψης της φωτογραφίας ορίζει ένα γενικότερο πλαίσιο.

Σε μία κορυφαία στιγμή της λογοτεχνικής της ωριμότητας η Ρέα Γαλανάκη καταπιάνεται με τη βιογραφία των γονιών της, μέσα στην οποία εγκιβωτίζεται η δική της αυτοβιογραφία. Εξυπηρετείται με αυτόν τον τρόπο μία προσωπική της ανάγκη, να σκιαγραφήσει την ιστορία του τόπου και ιδιαίτερα της Κρήτης από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέσα από τη ζωή τριών γενεών της οικογενείας της.
Κινείται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας και συγγράφει μία μυθιστορηματική βιογραφία όπου η μυθοπλασία επινοείται να καλύψει τα κενά της αληθινής ιστορίας. Σκοπός της είναι η αποκρυπτογράφηση και ανακάλυψη της προσωπικότητας του Εμμανουήλ και της Αικατερίνης, αυτών των «γνωστών αγνώστων» με τους οποίους η σχέση της είχε διασαλευτεί για χρόνια.

Γραπτές σημειώσεις με μηνύματα, αποστολές επιστολών με συγκεκριμένο τρόπο και προφορικές αφηγήσεις αποτελούν το υλικό που συλλέγει και συνθέτει τα «παραμύθια που δεν είναι παραμύθια», όπως χαρακτηριστικά συνηθίζει να επαναλαμβάνει η συγγραφέας στο κείμενο. Ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα που προσλαμβάνει και αγγίζει μνήμες που με τη σειρά τους γεννούν άλλες μνήμες. Καταθέτει μοιραία όσα της κληροδοτήθηκαν και σώζει ιστορίες από τη λήθη. Ηθελημένες ή αθέλητες σιωπές αποκαλύπτουν ανομολόγητα περιστατικά. Η θυγατέρα Ρέα ενδύεται τον συγγραφικό μανδύα της και καταγράφει μία ταραχώδη σχέση που έχει υπάρξει συγκρουσιακή, και αργότερα συμφιλιωτική.

Με μία πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μία συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα στα σημεία, και με ύφος απολογητικό, εξομολογητικό, αλλά υπερήφανο και τρυφερό, αποτίει φόρο τιμής στα δύο αυτά πρόσωπα κάνοντας επίσης μνεία σε πρόσωπα του διευρυμένου περιβάλλοντος. Τιμητικές αναφορές γίνονται και σε πολιτικά πρόσωπα που διαδραμάτισαν ρόλους την εποχή εκείνη, σε λογοτέχνες όπως ο Ιωάννης Κονδυλάκης και ο Νίκος Καζαντζάκης, αλλά και ο Αρθούρος Έβανς, γνωστός από τις ανασκαφές του σχετικές με τον Μινωικό πολιτισμό.

Η πλοκή αναπτύσσεται σε τρία κύρια μέρη, και ένα τέταρτο μέρος αφιερωμένο σε φωτογραφικό υλικό, όπου ακολουθείται μία διαδρομή μέσα στον χρόνο από τον Εθνικό Διχασμό, τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατοχή, τον εμφύλιο και τη δικτατορία το 1967.Καταστάσεις αναταραχής και πολέμου όπου η ζωή μοιραία κόβεται στα δύο, το πριν και το μετά. Ο Εμμανουήλ Γαλανάκης ορφανεύει σε μικρή ηλικία και φοιτητής ακόμα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών πηγαίνει εθελοντής στη Μ. Ασία το 1922.Το 1935 παίρνει μέρος στο αποτυχημένο κίνημα του Βενιζέλου, ως στέλεχος της παράταξης, και φυλακίζεται στο Μαρτινέγκο. Αποφυλακίζεται, και προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες για 9 χρόνια στην πατρίδα του πριν φύγει για την ειδικότητα του ωτορινολαρυγγολόγου στη Γαλλία.

Βιβλίων Γη

Η Αικατερίνη Παπαματθαιάκη σπουδάζει ιατρός στη Βιέννη, την πόλη που είναι ταυτισμένη με την ευρωπαϊκή φινέτσα, τις τέχνες και τον κοσμοπολιτισμό πριν την άνοδο του φασισμού. Με την επιστροφή της, ως μικροβιολόγος, διορίζεται σε νοσοκομεία της Αθήνας και κατόπιν της Κρήτης και κατακτά μία κοινωνική θέση πρωτοπόρα για τις γυναίκες της εποχής.

Ο έρωτας τους ανθεί τα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής και ο γάμος τους διαρκεί τριανταπέντε χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Εμμανουήλ. Η συγγραφέας ευθαρσώς δηλώνει ότι, πέρα από τη δημόσια εικόνα τους, υπήρχαν «δράματα και καβγάδες και φωνές προς πάσα κατεύθυνση» λόγω της πολυπλοκότητας των χαρακτήρων τους, τα οποία τη διαμόρφωσαν με τον δικό τους τρόπο.

Η συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας να επισημάνει την κοινωνική ζωή της εποχής του μεσοπολέμου, όπως την προσλαμβάνει από αφηγήσεις, όταν τα ταξίδια ήταν μόνο για τους άνδρες και «των θηλυκών ο βίος έκανε όλα τα ταξίδια μέσα στο σπίτι τους», με τις γυναίκες εθισμένες στο δόγμα των κοινωνικών απαγορεύσεων. Σε άλλο σημείο τονίζεται ο αυστηρός κοινωνικός κώδικας συμπεριφοράς, τον οποίο υιοθέτησε και ο πατέρας της:
«Με ένα μαντιλάκι κρατούσαμε των συγγενών το χέρι στο χορό για να μην αγγιζόμαστε», ακούει από αφηγήσεις συγγενικού προσώπου.
Οι γυναίκες κυρίαρχες εντός του οίκου τους, δε διακρίνονται από αμεριμνησία, αλλά πάντα βοηθούν ποικιλοτρόπως μετατρέποντας ακόμα και σε ρούχα ,κυρίως εσώρουχα, τα μεταξωτά αλεξίπτωτα των Γερμανών που συλλέγουν και βάφουν αλλάζοντας το χρώμα για την αποφυγή της αποκάλυψης.

Ο στενός κύκλος της οικογενείας περικλείεται από άλλο ομόκεντρο κύκλο, του οικογενειακού περιγύρου και εκείνος από έναν άλλον, της κοινωνίας που «πάντα βράζει σε χαμηλή ή ψιλή φωτιά». Η μνήμη και ο νόστος είναι κάτι πολύ ευρύτερο από τον κλειστό περιμετρικά προσωπικό όριο του καθενός και διευρύνεται με τις αποσπασματικές αφηγήσεις των οικείων. Με αυτόν τον τρόπο τραυματικά γεγονότα μένουν ανεξίτηλα στη μνήμη και στην ψυχή.

Βιβλίων Γη

Η Ρέα Γαλανάκη, με μία πεζή αφήγηση και άμεσο λόγο, έχει ολοκληρώσει μία σύνθετη βιογραφία, ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, σκαλίζοντας τις διαστρωματώσεις της κοινωνίας όπου ο βασικός πυρήνας, οι γονείς, γίνεται ο «σκληρός αλλά και ο τρυφερός καθρέπτης» της αυτογνωσίας των τέκνων.

Με γοητεύει αλλά και λίγο με τρομάζει αυτό το παλίμψηστο της Ιστορίας, που ζυγίζεται αναποφάσιστη ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, μολονότι επικρατεί κατά καιρούς η πιο εμβληματική χρήση του χώρου παραμερίζοντας με χέρι ελαφρύ τις άλλες. Κι όμως για μένα η Ιστορία μοιάζει σαν να συγκροτείται από πολλές, πάρα πολλές μικρές ανθρώπινες ιστορίες, που κινούνται στα όρια του προσωπικού και του συλλογικού μύθου μέσα στα χώματα του χρόνου».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτης

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!