Το νερό της λίμνης δεν είναι ποτέ γλυκό, GIULIA CAMINITO

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου Τρουλάκη

«Αυτό το μυθιστόρημα γεννήθηκε για να αφηγηθεί τρεις γυναίκες μέσα από τρεις χαρακτήρες εμπνευσμένους από αυτές»,  γράφει στο σημείωμά της η συγγραφέας και συνεχίζει υπονοώντας ότι η ιστορία της περιέχει και κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία. Είναι το πρώτο της βιβλίο που μεταφράζεται στα ελληνικά και έχει λάβει δύο βραβεία: το Off Strega και το Campiello 2021.

«Το νερό της λίμνης δεν είναι ποτέ γλυκό»: ο τίτλος προϊδεάζει για την αλληγορία που ακολουθεί, το δε εξώφυλλο έχει ως κυρίαρχη απεικόνιση το νερό – θολό και στάσιμο  – το νερό της λίμνης που συμβολίζει την αναγέννηση και τον θάνατο,  μία καθοριστική συνθήκη στις ζωές των ηρώων.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα και αρχής γενομένης με τη φράση της αφηγήτριας:        

«όλες οι ζωές ξεκινούν με μία γυναίκα,  έτσι ξεκινάει και η δική μου«»  και λίγο μετά, με μία φράση που αναφέρεται στη μητέρα της: «μπαίνει μέσα και το δωμάτιο μικραίνει»,  γίνεται αντιληπτό ότι ο αναγνώστης θα εξερευνήσει τη σχέση μητέρας-κόρης, σχέση αγάπης-μίσους και όχι μόνο.

Η ιστορία αφηγείται τη ζωή μιας φτωχής, μητριαρχικής οικογένειας της ιταλικής επαρχίας στις απαρχές της δεύτερης χιλιετίας που παλεύει με αξιοπρέπεια  για την επιβίωση και τα αυτονόητα.

Το χωρικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι η περιοχή γύρω από τη λίμνη Μπρατσιάνο, όπου καταφεύγει η οικογένεια μετά από διάφορες μετακομίσεις και εξαιτίας της αδιαφορίας της πολιτείας για κοινωνική πρόνοια.

Η μητέρα Αντόνια, δυναμική,  αυταρχική, ασυμβίβαστη, με έντονο το αίσθημα του δικαίου,  θυσιάζει τα πάντα για να εξασφαλίσει τα βασικά στον ανήμπορο σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά της.  Επικεντρώνεται στη μοναχοκόρη της για να της διδάξει το πώς να στηρίζεται μόνο στις δικές της δυνάμεις, να κρατά περήφανα το κεφάλι της ψηλά και να μελετάει, να μελετάει… καθώς πιστεύει ότι η μελέτη και η αριστεία οδηγεί στη χειραφέτηση, την καταξίωση και συνεπακόλουθα σε μία ικανοποιητική διαβίωση. 

Ο νέος σχετικά πατέρας, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι από εργατικό ατύχημα, ζει στο περιθώριο της καθημερινότητάς τους απαθής, σιωπηλός, χωρίς διαμαρτυρίες.

Ο Μαριάνο, μεγάλος γιος της οικογένειας είναι τύπος αναρχικός, πεισματάρης αλλά και προστατευτικός, βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με τη μητέρα του και με το άδικο όπως θεωρεί σύστημα, απομακρύνεται κάποια στιγμή από την οικογενειακή στέγη και τη σκληρή μητρική καταπίεση και επανέρχεται όταν πλέον θα είναι πολύ χρήσιμος για όλους.

Τα δίδυμα, τα μικρότερα αγόρια της οικογένειας είναι ωσεί παρόντες στην αφήγηση και ο ρόλος τους εξυπηρετεί απλά  την περιγραφή της δύσκολης οικογενειακής καθημερινότητας.

Βιβλίων Γη

Η κόρη της Αντόνια, το όνομα της οποίας  αποκαλύπτεται μόνο στο τέλος του βιβλίου, η Γκάια είναι ο κύριος αφηγητής της ιστορίας. Μεγαλώνει στη προστατευτική σκιά της μητέρας της, αλλά ταυτόχρονα ασφυκτιά από την ισοπεδωτική της παρουσία. 

Το ρηθέν  «η μάνα που σου καταστρέφει τη ζωή, ακόμη και όταν σε σώζει», βρίσκει εφαρμογή στη ζωή της που μετατρέπεται σε ένα αγώνα επιβίωσης και αυτοεπιβεβαίωσης. Προσπαθώντας να ανταποκριθεί σε όλους τους στόχους και τις επιδιώξεις της μητέρας της απομακρύνεται εντελώς από τον εσώτερο εαυτό της, από τα «θέλω» της και καταλήγει να λειτουργεί με κακία, με θυμό που δυναμώνει μέρα με τη μέρα και να ξεσπά σε βίαιες πράξεις, δίκαιες και άδικες, θεωρώντας ότι έτσι αποκτά τον έλεγχο της ζωής της. Οι άσχημες αντιδράσεις βεβαίως πηγάζουν και  από το αίσθημα  κατωτερότητας που νιώθει σε σχέση με τους συνομηλίκους της και από το άπιαστο κυνήγι της ευτυχίας όπως την ορίζει η σύγχρονη πραγματικότητα  μέσα από την απόκτηση των μικρών, καθημερινών αγαθών που εκείνη στερείται.

Η γνώμη της μητέρας:- «όποιος δεν σε ξέρει, δεν σε βοηθά» – την οδηγεί σε γνωριμίες με τους περίοικους.

Η γνώμη της κόρης: «Αν κοιτάξω γύρω γύρω στο σπίτι αυτό βλέπω τη χωματερή των πλουσίων που έχουν βαρεθεί τα πράγματά τους».

Οι έρωτες, οι φιλίες, η δύσκολη διαβίωση σε ένα σκληρό οικογενειακό περιβάλλον που την πνίγει και η ανάγκη να πρέπει να στερηθεί όλα εκείνα τα όμορφα περιττά πράγματα για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα,  αναγκάζουν την Γκάια να εκτοξεύει κακία και θυμό απέναντι στην απαξίωση που εισπράττει από τον κοινωνικό περίγυρο, με αποτέλεσμα όταν συναντά την αληθινή αγάπη, δεν την αναγνωρίζει, δεν την εκτιμά. Αντιθέτως έχει μία εκπληκτική ικανότητα να μεταστρέφει την αγάπη σε ψυχικό βάρος, την ηδονή σε σωματικό πόνο και την απλή, λεκτική αντιπαράθεση σε σύγκρουση.

Είναι σαν ένα παιδί διψασμένο για τρυφερότητα, στοργή και φροντίδα που δεν μπορεί να  εκφραστεί παρά μόνο με κλωτσιές.  Ακολουθεί τον μπούσουλα της μάνας  στη ζωή όσο μπορεί, κάνει λάθη, πέφτει και σηκώνεται πεισματικά. Και ενώ η Αντόνια παρουσιάζεται σε όλη την ιστορία ως η μαχήτρια του καλού, η κόρη της κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να φαίνεται ένα  εύθραυστο μεν, αλλά δύσκολο και κυνικό πλάσμα, θυμωμένο και σκληρό εξαιτίας της χαμηλής του αυτοεκτίμησης.

Τους βασικούς ήρωες πλαισιώνουν πολλοί ακόμη δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως η φίλη και συμμαθήτρια της Γκάια, Ίρις που αγαπάει άδολα την πρωταγωνίστρια και υπομένει στωικά τις ιδιοτροπίες της, συμμετέχοντας και η ίδια στις διάφορες ιστορίες αγάπης χωρίς πραγματική αγάπη, στους έρωτες χωρίς αληθινό έρωτα, στις σκηνές εκδίκησης και στα πισώπλατα χτυπήματα που διαδραματίζονται στις παρέες των νεαρών.

Το φόντο της μυθιστορίας, η λίμνη Μπρατσιάνο είναι ένας τόπος που αντικατοπτρίζει  την γαλήνια ακινησία αλλά και την ταραγμένη ανησυχία και σκληρότητα της ζωής,  όχι μόνο της Γκάια,  αλλά και όλων των ηρώων της ιστορίας που ζουν με την ζοφερή αίσθηση της εγκατάλειψης μακριά από την πολιτισμένη επικράτεια της Ρώμης. Όλα μοιάζουν να απεικονίζονται σε έναν ρομαντικό ζωγραφικό πίνακα της ιταλικής  φύσης που όμως μία ομάδα εξαγριωμένων νεαρών τον σκίζει με σουγιά..

Βιβλίων Γη

Το ύφος γραφής είναι τραχύ, ευθύβολο, άμεσο, σκληρό, έως ενοχλητικά ρεαλιστικό, απαλλαγμένο από λογοτεχνικά στολίδια, σαν νυστέρι που ξεφλουδίζει ψυχές. Το κείμενο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, καθώς η Γκάια αφηγείται και μονολογεί, με γλώσσα επιθετική, θυμωμένη και με διαλόγους χωρίς παύλες, λίαν παραστατικούς. 

Μία ιστορία  ωμή, πικρή, οδυνηρή, διόλου εύπεπτη, οδηγεί τον αναγνώστη στο να ταυτιστεί με  όλη την απογοήτευση του μικρόκοσμού της για την ανασφάλεια, για την οικονομική αβεβαιότητα, για το χάσμα μεταξύ σπουδών, πτυχίου και προσφοράς εργασίας,  ζήτημα επίκαιρο ακόμη και σήμερα.

 Λοξή και σχεδόν πικραμένη διαφαίνεται η προσωπική οπτική της Caminito στα θέματα αυτά, λοξή και η πρόσληψη του αναγνώστη που διαισθάνεται πως:  «ούτε μόνο η αγάπη   σώζει, ούτε μόνο η μελέτη, καθώς η λύτρωση είναι ένα πιο περίπλοκο και εντελώς προσωπικό στοίχημα»

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Μτφρ: Δήμητρα Δότση

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!