Γιαρντίμ, Χρίστος Ναούμ

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Η Μικρά Ασία, εκατό χρόνια μετά, συνεχίζει να είναι η τροφοδότρια πηγή πληροφόρησης, ενισχυτικής για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους συνεχίζουν να μας κερνάνε με το «κουμάρι» τους προσωπικές, βιωματικές ιστορίες… Η πρώτη γενιά προσφύγων σε μεγάλο ποσοστό προσπάθησε ανεπιτυχώς να κλείσει την πόρτα της μνημοσύνης για να καταφέρει να επιβιώσει στους νέους τόπους, όμως οι απόγονοί τους όπως και πολλοί ακόμη που δεν έχουν σχέση καταγωγής με την Μικρά Ασία έχουν μπει στην διαδικασία κατανόησης του τραύματος του ξεριζωμού με πολύ δυνατό βοήθημα την λογοτεχνία. 

Ένα βιβλίο φόρος τιμής στη γιαγιά Έλλη και τη χαμένη πατρίδα είναι και το «Γιαρντίμ», του Χρήστου Ναούμ. Μέσα από τα σπαράγματα μνήμης της γιαγιάς του ο συγγραφέας αναπλάθει το παρελθόν της και με τη βοήθεια της μυθοπλασίας, μας παρουσιάζει μία εξαιρετική, δραματική ανθρώπινη ιστορία μέσα σε εκείνη τη μεγαλύτερη, της νεότερης Ιστορίας μας .

«Μετά την ήττα, ανώφελα θρηνείς. Να διδάσκεσαι από αυτήν και να επιστρέφεις στην ιστορία σου. Χώνεψε τη γνώση που σου έδωκε και φύλαξ’ την βαθιά στην καρδιά σου, γιε μου », του είπε η γιαγιά. Είναι το απόσταγμα σοφίας της γιαγιάς που βρέθηκε στη δίνη μιας από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές της ιστορίας μας.

Γιαρντίμ και Κισμέτ είναι οι δύο λέξεις-κλειδιά της μυθοπλασίας.

Το Κισμέτ (μοίρα) καθορίζει τη διαδρομή της ζωής όλων των ηρώων και υποδηλώνει τη δύναμη του σε όλη τη ροή της αφήγησης. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες η γριά Χουσνού προσελκύει τον αναγνώστη στην ατμόσφαιρα του μαγικού ρεαλισμού, των ξωτικών και των πνευμάτων, με τις τελετουργίες και τα ξόρκια της, καθώς είναι κυρίαρχη η επιρροή της φύσης και των σημαδιών στην κουλτούρα των Οθωμανών γειτόνων της εποχής εκείνης.

Το Γιαρντίμ που σημαίνει βοήθεια, ακούγεται στην αρχή ψιθυριστά, όταν όμως αρχίζουν να πυκνώνουν τα σύννεφα του πολέμου, πάνω από την αρχόντισσα Σμύρνη και τις γύρω περιοχές της Ερυθραίας, δυναμώνει και στη συνέχεια γίνεται κραυγή, οδύνη και απόγνωση.

Το χρονικό πλαίσιο τοποθετείται στο ξεψύχισμα του δέκατου ένατου αιώνα όταν η ακμαία Σμύρνη περιβάλλεται από αίγλη και οικονομική ευρωστία, μέχρι την τρομακτική καταστροφή της και το προσφυγικό δράμα που συνεχίζεται στους καταυλισμούς της μητέρας Ελλάδας.

Μία μεγάλη οικογένεια Ρωμιών της Σμύρνης είναι οι βασικοί ήρωες και όλοι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, ομόεθνοι αλλά και αλλόφυλοι, είναι οι άνθρωποι που τους περιστοιχίζουν. Ο μεγεθυντικός φακός του συγγραφέα είναι στραμμένος στην καθημερινότητά τους, βουτάει βαθιά στις ψυχές τους, ανιχνεύει τις μύχιες σκέψεις τους σωστές ή λαθεμένες, καταγράφει τις μεταξύ τους σχέσεις και συνοδοιπορεί μαζί τους από τους καιρούς της ευτυχίας μέχρι τους καιρούς της φωτιάς.

Βιβλίων Γη

Το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Σμύρνης, η αστική, εύρωστη οικονομικά κοινωνία της, τα αρχοντόσπιτα, τα σοκάκια, τα καφενεία, τα εμπορικά, τα ξενοδοχεία, τα χαμάμ, τα πορνεία, οι εξοχές της και η ξακουστή προκυμαία της περιγράφονται με γλαφυρό, ανάγλυφο ύφος γραφής. Το ύφος αυτό αλλάζει χρώματα όταν περιγράφει την καθημερινότητα της ανέχειας, τις βιαιότητες, τα οδοιπορικά στα «αμελέ ταμπουρού», την πολυετή γενοκτονία, τα βάσανα του ελληνικού στρατού που οπισθοχωρεί. Η γλώσσα γραφής, έχοντας δυνατή εικονοπλαστική ικανότητα, δίνει ζωή και χρώμα στους χάρτινους χαρακτήρες και στα γεγονότα, ακόμη και σε αυτά όπου υπάρχει σκιώδης ιστορική πληροφόρηση.

Η πένα του ζωγραφίζει συναισθήματα κρυφά και φανερά, αγάπες, έρωτες και δράματα, τον πατριωτισμό και το ηθικό χρέος για την αγαπημένη πατρίδα που σκοντάφτει στην αγωνία για την επιβίωση και όλα αυτά με μια γραφή ομιλούσα, με την μελωδική σμυρναίικη ντοπιολαλιά, ένα υπέροχο μίγμα ελληνικών, τούρκικων και φράγκικων εκφράσεων.

Γιε μου, αν γένης κυνηγός και γένης παλληκάρι,

Την πέρδικα, όπου την δεις, να μην τηνε πειράξεις Αυτήνην είναι η μάνα σου, η βαριοπονεμένη.

Σμυρναίικο τραγούδι

Πλοκή συναρπαστική με γρήγορη ροή, εντυπωσιακά ρεαλιστική, καθ’ όλα υποβλητική, προκαλεί τον αναγνώστη στο να γίνει συμμέτοχος στο δράμα, να περπατήσει και ο ίδιος στα χαλάσματα της Σμύρνης, να τρέξει στην προκυμαία για να γλιτώσει από τη φωτιά, να συγκινηθεί από τα ματαιωμένα όνειρα. Συγκλονιστικές οι εικόνες αφήγησης με τα φλεγόμενα κτίρια, τα πυροβόλα, τους καπνούς, τα πτώματα, τους πνιγμένους στο λιμάνι, τους διαλυμένους μποξάδες που φύλαγαν μέσα τους μία μικρή ζωή, τη δίψα, την πείνα, τα πλοία της «σωτηρίας», τα αμπάρια και μετά οι καταυλισμοί, οι ξύλινες παράγκες που θα στεγάσουν το όνειρο της επιστροφής, η ανθρώπινη δυστυχία που ελπίζει…

Βιβλίων Γη

Απότομα το κλάμα του νεογέννητου γέμισε χαρά όσους παρευρίσκονταν (επάνω στο πλοίο). Μες στην οδύνη και την καταστροφή, ανασταινόταν η ρωμιοσύνη· ύφαινε όνειρα, σκαρφιζόταν ψέματα, υποσχόταν νέα τάξη πραγμάτων.

Η Λέλα είχε χάσει τα πάντα: παιδιά αγαπημένους συγγενείς. Πάνω σε ένα πλοίο που τη σεργιάνιζε στα πελάγη, περιέφερε το σαρκίο της μόνη, κατάμονη. Και τότε άστραψε μέσα της η γνώση. Χαμογέλασε. Πολύτιμη η πείρα της ζωής, ακριβά τα βάσανά της, αναλογίστηκε. Την δίδαξαν πράγματα, την έμαθαν χειρισμούς και τακτικές, την πότισαν από την ουσία τους

Αναρωτιέται κάποιος, πόσο μεγάλη ψυχοκινητική δύναμη μπορεί να έχουν οι de profundis αφηγήσεις κάποιου αγαπημένου προσώπου, ικανή να μετουσιωθεί σε ένα εξαίσιο λογοτεχνικό πόνημα, όπως το «Γιαρντίμ»;

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτης

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!