Μικρασία, Θοδωρής Παπαθεοδώρου

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Η Μικρά Ασία είναι ένας αιώνιος ιστορικός σταθμός, είναι και μικρές ψηφίδες αφήγησης όσων την έζησαν να ανθίζει μεγαλόπρεπα, να αγωνίζεται με πείσμα, να επιβιώνει και να μεγαλουργεί, να φτάνει στην «Έξοδο» και να κατακρεουργείται, να δημιουργεί μνήμες ανεξίτηλες και να παραμένει στις καρδιές των ανθρώπων. Η σπουδαία αλλά και τραγική της ιστορία έχει γίνει οικεία αναγνωστική εμπειρία πολλάκις με φανταστικές ή αληθινές μαρτυρίες, τις περισσότερες φορές με πρωταγωνιστές ήρωες τραγικούς και μοιραίους, δυνατούς, αδύνατους, με ελπίδα, απόγνωση, αυτοθυσία, δράμα. Στο μυθιστόρημα «Μικρασία» όμως, η ηρωίδα είναι η ίδια η Μικρά Ασία από τη μια της άκρη έως την άλλη. Πρόκειται για ένα έργο που αποτυπώνει για πάντα κάθε κομμάτι της μυθικής περιοχής όπως ήταν πριν από έναν αιώνα. Κάθε κομμάτι γης, κάθε πέτρα και σπίτι, κάθε άνθρωπο που έζησε και δημιούργησε στον ιστό της, κάθε κοινωνικό και πολιτικό δρώμενο που έλαβε χώρα προς τη λύτρωση και τον χαμό της. Είναι ο τελευταίος λυγμός ενός πολιτισμού και μόνο έτσι αξίζει να διαβαστεί.

Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 είναι η τελεσίδικη στιγμή που κουβαλάει πάνω της μια πολύχρονη συνθήκη. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας μεθοδευμένης πολιτικής, αρωγοί της οποίας ήταν όλες οι δυνάμεις του τότε κόσμου και όχι μόνο οι Τούρκοι. Ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου, τιμώντας τα 100 χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, καλεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι μύησης και ιστορικού «αναθήματος», δημιουργώντας μια ιστορία που υπονοεί το τετελεσμένο αλλά δεν το περιγράφει. Με αφετηρία την καταστροφή της Φώκαιας, το 1914, και με οδηγό την ηρωίδα του, την Άννα Παπάζογλου, απαριθμεί τις διεργασίες που οδήγησαν στον χαμό του χριστιανικού πληθυσμού της Ανατολής, τις συνθήκες που βίωσαν στους αιώνες οι γηγενείς Έλληνες, αλλά και τα μέρη της Μικράς Ασίας που κατοικήθηκαν και αναπτύχθηκαν από τον βασανισμένο και ηρωικό λαό της.

Βιβλίων Γη

Για τους τύπους, η υπόθεσή του βιβλίου έχει ως εξής: Η Άννα Παπάζογλου ζει με την οικογένειά της στη Φώκαια της Ερυθραίας. Είναι ένα κορίτσι ελεύθερο και ζωντανό, γαλουχείται από τη γιαγιά της, που κατάγεται από τη Σύλλη, τραγουδάει αμανέδες και παλιά τραγούδια της Ανατολής, τρέχει ανάμεσα στα ερείπια της αρχαιοελληνικής αίγλης, περπατάει στα σοκάκια της πόλης της, συντροφεύει έναν Τούρκο ψαρά στη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά στα μάτια της και ερωτεύεται με το παιδικό μυαλό της τον δάσκαλό της, τον Γιάννο Καβακλή, του γνωρίζει τον τόπο της και εκείνος της διοχετεύει την αγάπη και το πάθος του για την Ελλάδα, τα όνειρά του, που αρχίζουν να παίρνουν σάρκα και οστά με τα σπόρια της Μεγάλης Ιδέας που ξεκινούν να μεγαλώνουν και να ανθίζουν στη Μικρά Ασία.

Ξαφνικά όλα αλλάζουν, όταν, τον Ιούνιο του 1914, άτακτες ομάδες Τούρκων επιτίθονται στη Μαινεμένη. Όσοι καταφέρνουν να σωθούν μαζεύονται στη Φώκαια. Εκεί η επίθεση είναι ανελέητη. Άνθρωποι σφάζονται, περιουσίες λεηλατούνται και η καταστροφή είναι ανυπολόγιστη. Η Άννα καταφέρνει να σωθεί, μαζί με την αδελφή της, ένα κορίτσι με βαριά αναπηρία, και κρύβονται μέχρι να σταματήσει το κακό. Ένας Έλληνας και ένας Ιταλός τις βρίσκουν και τους υπόσχονται προστασία και ασφάλεια. Έτσι τα δύο κορίτσια βρίσκονται αιχμάλωτα στη Σμύρνη, από όπου ξεκινάει και η ιστορία τους.

Η Σμύρνη του 20ου αιώνα είναι μια πόλη εξελιγμένη, η κοινωνική της διάρθρωση όμως δεν έχει πάψει ποτέ να κλείνει στους κόλπους της το ανατολίτικο στοιχείο και τα γνωρίσματα του παρελθόντος. Σε περίκλειστα παλιά κτίρια το σκλαβοπάζαρο, η αγορά, η πώληση και η εκμετάλλευση της ανθρώπινης σάρκας συνεχίζονται, το μαρτύριο και η αγωνία της ανθρώπινης ψυχής παραμένουν πάντα ίδια. Οι περιώνυμοι δρόμοι με τα λαμπρά ξενοδοχεία, τα πολυτελή μαγαζιά, τους λουσάτους λεβαντίνους και τους αξιωματούχους, πρέσβεις, τραπεζίτες, τα θέατρα και τα ευφάνταστα οικήματα, τα διάσημα «σουλάτσα» στη μαγευτική πόλη της Ανατολής δεν είναι η μοναδική αλήθεια της. Στο «Μικρασία», του Θοδωρή Παπαθεοδώρου, δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να γνωρίσει την αληθινή υπόσταση της πλανεύτρας Σμύρνης. Έτσι αναιρείται η δεδομένη άποψη της «ανέμελης» και ανυποψίαστης πόλης. Πίσω από τον πλούτο και την απαξίωση κρύβεται και ένας άλλος πληθυσμός, με όλα τα γνώριμα στοιχεία ενός λαού που παλεύει για την ελευθερία και την προκοπή του. Νταραγάτσι, Αϊ-Τρύφωνας, συνοικία της Τσικουδιάς, Ταμπάχανα, εκεί ζουν άνθρωποι του μεροκάματου, φτωχοί, τίμιοι και φοβισμένοι. Άνθρωποι όπως όλοι…

Ένας μαχαλάς λαϊκός απ’ αυτούς που δεν έκαναν ξακουστή τη Σμύρνη, μα την έκαναν ανθρώπινη και σεβαστική.

Στα Χιώτικα οι κερχανέδες, τα καφέ σαντάν και τα χαμετυπεία, μπόλικος σουρμές στο πρόσωπο και κινά, δανεικά ατλαζένια και κατιφεδένια υφάσματα για νύχτες δανεικές και πρωινά κρυμμένα από το φως και την αίγλη της «χαρίεσσας Σμύρνης». Και κτίρια διοικητικά που στα υπόγειά τους κρύβουν Χριστιανούς που βασανίζονται και αφήνουν την τελευταία τους πνοή για την πίστη, την πατρίδα και το όνειρο. Η πόλη «κόβεται φέτα φέτα» και εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη οι περιγραφές, οι άγνωστες λεπτομέρειες, οι ήχοι και οι εικόνες της, οι άνθρωποι και οι λέξεις τους, τα συναισθήματα και οι αυθεντικές ψυχές τους, αποστασιοποιημένες από τη χλιδή και την αβρότητα. Το «Μικρασία» αποκαλύπτει την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την καλοστεκούμενη εικόνα που δεν προϊδεάζει για το κακό που θα έρθει…

Η ηρωίδα του βιβλίου αλλάζει μορφές και κατάσταση ως ένα άβουλο και μοιραίο πλάσμα στα δύσκολα χρόνια και συνθήκες που βιώνει . Με όλα τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν τον χριστιανικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας. Οι μορφές που παίρνει στην εξέλιξη του μυθιστορήματος έχουν ανθρωπογεωγραφικούς συμβολισμούς. Η Άννα Παπάζογλου, η Αννιώ, η Αννέτ, η Ανέ είναι όλος ο κόσμος, το ελληνικό στοιχείο της περιοχής. Ο κατακρεουργημένος πληθυσμός στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, η γυναίκα που, μην έχοντας δικαιώματα και μέλλον, πέφτει στα χέρια εκμεταλλευτών, η αγωνίστρια που παλεύει για την ελευθερία και το όραμα, η μάνα που ψάχνει το χαμένο παιδί της στις σφαγές, ένας λαός που στέλνει τα παιδιά του να πολεμήσουν για την Ελλάδα.

Φτάνει στη Σύλλη για να αποτίσει φόρο μνήμης και τιμής στη γιαγιά της, στους χριστιανούς που φυλάνε με οποιονδήποτε τρόπο την πίστη και τις ρίζες τους, ταξιδεύει με καραβάνια για να φτάσει στην Καππαδοκία, στο Γκιόρεμε και στη Σινασσό και να οργανώσει όσους φεύγουν για να πολεμήσουν με την Ελλάδα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, περιδιαβαίνει τις σπηλιές με τις κρυμμένες εκκλησίες, τρώει από τα χέρια των γυναικών που χορεύουν σεβαστικά τον Ίσσο χορό στα ευλογημένα σπίτια τους, ασπάζεται αιώνιες εικόνες που διαφυλάττουν οι χριστιανοί στα βάθη της τουρκιάς. Χάνει ό,τι αγαπάει στην άδικη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πόλεμος της Κριμαίας. Πολεμάει στο ελεύθερο Αϊδίνι, για την οικογένεια, τα ιερά και τα όσια, την πίστη, την ελευθερία, το δίκαιό της. Η Μικρά Ασία του 20ου αιώνα είναι μια μικρογραφία της Ελληνικής Επανάστασης και η Άννα Παπάζογλου είναι φορέας ανάμνησης, συμβολισμού και τάματος. Γίνεται ο οδηγός που αποκαλύπτει στον αναγνώστη την Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, όχι στα πεδία των μαχών, αλλά στη συνείδηση και την ψυχή των σκλαβωμένων Ελλήνων της Ανατολής.

Βιβλίων Γη

Το «Μικρασία» εξελίσσεται πάνω σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, με δομικά υλικά που απευθύνονται τόσο στο συναίσθημα όσο και στην ιστορική αναδρομή, με ισορροπία και σύνεση. Αν το ελληνικό αναγνωστικό κοινό -ένα μεγάλο μέρος του- μπορεί και αντιλαμβάνεται, κατανοεί και εντέλει συμπάσχει με τις περιγραφές και τους ήρωες στα μυθιστορήματα που αφορούν σε συγκλονιστικές και καθοριστικές στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας, είναι γιατί γίνεται κοινωνός σε κάτι οικείο. Ο συγγραφέας καταφέρνει να προκαλέσει την επίκληση στο θυμικό, αλλά και ένα είδος γονιδιακής εγρήγορσης. Είναι, σαν να λέμε, ανακινητήριος δύναμη σε εικόνες που έχουν εγγραφεί στα κύτταρα των απογόνων όσων ήταν αυτόπτες μάρτυρες της πραγματικότητας. Επειδή όμως τα μυθιστορήματα έχουν σκοπό να διαβαστούν και να αγαπηθούν από ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, το «Μικρασία» γίνεται μια «κατάθεση» που αφορά όλους. Πρόκειται για ένα έργο για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή που δεν επικεντρώνεται στο τελικό γεγονός αλλά στο νόημα και την ερμηνεία που κουβαλάει στην έκτασή της έναν αιώνα μετά.

Είναι μοναδικό· με ήχους που ζωντανεύουν τη Μικρασία, την κάνουν να ακουστεί, να αναπνεύσει ξανά, να αναστηθεί μέσα από τις στάχτες της. Με αμανέδες, σεβνταλίδικους καρσιλαμάδες, ήχους βυζαντινούς, τραγούδια παραδοσιακά, σαντούρια και βιολιά, ξύλινα κουτάλια που κρατήθηκαν από χέρια αργασμένα και μετέδωσαν ήχους και ρυθμούς αέναους, αλλά και ύμνους εκκλησιαστικούς, καμπάνες που χτύπησαν σε κάθε κομμάτι της καμένης γης. Φωνές απλοϊκές, μπερδεμένες γλώσσες, λόγια που αποτυπώνουν τη διακοινωνικότητα του τόπου που χάθηκε ενσωματώνονται με φυσικότητα και αρμονία στο κείμενο, δείχνοντας την ερευνητική προσπάθεια και τη γνώση. Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν συγκεκριμένα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού που επαναλαμβάνονται έντεχνα και σκόπιμα προκειμένου να καθορίσουν τις ρίζες και τον χαρακτήρα του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας. Ένα κεντητό μαντίλι που γίνεται φυλαχτό με τίμιο ξύλο, δεμένο σε ένα συρματόπλεγμα, εκκλησίες σε κάθε τόπο που λειτουργούν κρυφά ή φανερά και κρατούν ζωντανή τη θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων, ένας συνεχόμενος λυγμός που ακούγεται παρασκηνιακά σε όλη την αναγνωστική διαδρομή. Το «Μικρασία» είναι ένα τραγούδι με ρίζες ομηρικές. Ρίζες δεμένες με τα χώματα της Ανατολής ανεξίτηλα και αιώνια. Δικαιώνει τον τίτλο του, τιμάει τους προγόνους που έζησαν αιώνες πριν στον ιερό τόπο.

Σαν επίλογος, υπάρχει μία φράση που λέει η Άννα στον Γιάννο και κρύβει όλη την αλήθεια όσων επέζησαν και συνέχισαν να ζουν με τον νόστο στις καρδιές και τις θύμησες στην ψυχή. Μια φράση που κρατάει στα σπλάχνα της τον θρήνο και την ελπίδα, την πάλη και τον αγώνα, το μήνυμα των ζωντανών.

Φώκαια δεν υπάρχει πια. Υπάρχουμε εμείς και αυτό μου φτάνει…

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!