Μακρινές Γειτονιές, Γιώργος Τούλας

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Στην εποχή όπου η παρατήρηση του κόσμου γίνεται συνήθως μέσα από τις οθόνες, έρχεται ο ταλαντούχος δημοσιογράφος Γιώργος Τούλας να μας καταθέσει μία συλλογή διηγημάτων, αφηγούμενος αληθινές  ιστορίες που μας διαφεύγουν μην παρατηρώντας εικόνες και ανθρώπους γύρω μας, και καταδεικνύοντας το πώς η ευαισθησία και η αλληλεγγύη ξεγλιστράνε  μέσα από το άγχος και τη ρουτίνα μας.
Έχει πει ο ίδιος:

«Κάποιες από αυτές τις ιστορίες γεννήθηκαν από ειδήσεις που πέρασαν στα ψιλά, κάποιες άλλες εμπεριέχουν εικόνες δικών μου ανθρώπων, αγαπημένων, και λόγια τους που κουβαλάω, σκόρπιες αναμνήσεις παιδικών και εφηβικών χρόνων, μια περιπέτεια υγείας που καθόρισε πολλά πράγματα στην εξέλιξή μου, μερικές στιγμές που κουβαλάω ως αναμνήσεις, τόσο έντονες που πολλές φορές αναρωτιέμαι αν συνέβησαν ακριβώς έτσι όπως περιγράφονται ή έτσι θέλω να τις θυμάμαι.»

Και συνεχίζει να καταθέτει την προσωπική του ανάγκη για συγγραφή:
« Ό,τι μένει στο χαρτί είναι σημάδι, κηλίδα ανεξίτηλη, σε ξεγυμνώνει, γίνεσαι τρωτός και το ξέρεις. Με τα λόγια είναι αλλιώς· συνήθως φέρνουν άλλα λόγια,  η μνήμη γίνεται ευάλωτη. Στο χαρτί όλα είναι ξεκάθαρα. […] Το χαρτί είναι από μόνο του προδοσία.»

Ξεκινώντας από την εικόνα στο εξώφυλλο, η οποία αποδίδει υπέροχα την «ερημία» του κόσμου και συνεχίζοντας με τον τίτλο και το κατατοπιστικό κείμενο του οπισθόφυλλου, ο αναγνώστης «προετοιμάζεται»  για τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε ο συγγραφέας.
Πρόκειται για μία συλλογή  12 διηγημάτων  για εκείνους τους «μικρούς κόσμους» που υπάρχουν μπροστά στα μάτια μας και στην καθημερινότητά μας, αλλά που μένουν απαρατήρητοι και  ασχολίαστοι παρόλη την αλήθεια και την τραγικότητα τους.
Είναι ιστορίες που πιθανόν κάποιος καταγράφει με δημοσιογραφική περιέργεια για χρόνια, κάτι σαν προσωπικό ημερολόγιο,  πού όμως κάποια στιγμή ασφυκτιούν και  αποκτούν φωνή με στόχευση πότε καταγγελτική, πότε ενημερωτική και πότε σαν γρατζουνιά στην ευαισθησία.
Ιστορίες ανθρώπων που τους κοιτάμε αλλά δεν τους βλέπουμε. Είναι άνθρωποι μοναχικοί, άλλοι φτωχοί με σκονισμένα όνειρα,  κάποιοι που κινούν για «το τελευταίο της ζωής τους ταξείδιον»,  άνθρωποι που πνίγουν την πίκρα στο ποτό  και ξεπλένουν μ’ αυτό  την καπνισμένη τους ψυχή, ανέλπιδες αγάπες, όνειρα πουλιά ταξιδιάρικα,  ζωές που κόβονται βίαια εκεί, στη στροφή, στην άσφαλτο.
Ψυχές που θέλουν να ακουμπήσουν για να ζεσταθούν δίπλα σε άλλες ταλαιπωρημένες ψυχές κι ας απογοητευτούν από το προσωρινό της επαφής.
Ιστορίες καθημερινές, ανθρώπινες, διδακτικές, που οδηγούν τη σκέψη στο να μην κρίνουμε τους «καμένους» ανθρώπους αστόχαστα και σκληρά, αλλά να έχουμε στον νου μας ότι η μοίρα δεν τους χαρίστηκε και πως η ευαισθησία τους έγινε η αυτοκαταστροφή τους.

Βιβλίων Γη

«Η προσδοκία είναι η μάνα της απογοήτευσης»

Κάποιοι με φθαρμένο σώμα,  κάποιοι άλλοι με φθαρμένη ψυχή, νικητές και νικημένοι, άνθρωποι πού μέσα στον πόνο και στις δυσκολίες δεν παρέκκλιναν  από τον δικό τους αξιακό κώδικα και τη δική τους ηθική.
Ο Γιώργος Τούλας δεν έχει καταφέρει μόνο να φωτίσει με τον φακό του τα αποτυπώματα των αόρατων ανθρώπων. Έχει καταφέρει πολλά παραπάνω. Με τη σχολαστική και διεισδυτική ματιά του κάνει μία ψυχαναλυτική προσέγγιση -με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις- ανθρώπων απλών, καθημερινών,  με ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση υποβοηθούμενη από την προσεκτική παρατήρηση χρόνων.
«Άρχισα να διαλέγω φρούτα δίπλα τους, αργά-αργά για να μπορώ να ακούω».
Με την εμπειρία, απόρροια της δημοσιογραφικής του ιδιότητας, σκύβει και αγκαλιάζει τις κρυφές ζωές των ηρώων που έχει επιλέξει να μας γνωρίσει.
Ιστορίες αληθινές, σιωπηρά κραυγαλέες, άνθρωποι  συνηθισμένοι που, αν κάποιος σκύψει στην υποφωτισμένη χαραμάδα της ζωής τους, θα ανακαλύψει χαρακτήρες και προσωπικότητες αξιόλογες, μαχητές της ζωής και απόκληρους με ευαισθησίες. Η ομορφιά των ιστοριών του Γιώργου Τούλα απορρέει από το γεγονός ότι μέσα από την φαινομενική απλότητα του βίου των ηρώων του αναδύεται το ανθρώπινο μεγαλείο που η ματιά μας έχει συνηθίσει να προσπερνά. Εκτός εάν κάποιος διαθέτει ματιά ανθρωπιστική ή λογοτεχνική και με ενσυναίσθηση, όπως ο συγγραφέας.
Με γραφή στακάτη, ευθύβολη, χωρίς φιοριτούρες  δεν παραλείπει όπου απαιτείται να καταθέσει λυρικό και στοχαστικό λόγο.
«Μικρός, φανταζόμουν τα σύννεφα στα χέρια μου. Να κόβω τον αέρα τους και να φτιάχνω σχήματα: σπίτια, ζώα, βασίλισσες της Ανατολής, οδαλίσκες χαμένες στην ντροπή,  όπως τις είχα πρωτοδεί σε κάδρα που είχε φέρει η μάνα μου από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη».

Ο φόβος είναι σαν τον θάνατο. Πρέπει να συμφιλιωθείς μαζί του, αλλιώς σε κατατρέχει. Αν τον δεχτείς, τον νικάς.

Αναρωτιέται κάποιος εύλογα πώς προέκυψε η έμπνευση; Τι προϋπήρξε σαν κίνητρο γραφής; Η ίδια η ζωή; Ή η αγάπη για τη λογοτεχνία;
Το κρυφό μήνυμα του βιβλίου είναι να μην εγκαταλείπουμε ποτέ τα όνειρά μας, με όποιο προσωπικό κόστος, αφού  μόνο τότε εκτιμούμε την ίδια μας την υπόσταση.
Πρόκειται για ένα αξιόλογο βιβλίο, εξαιρετικά επιμελημένο,  που παρακινεί τον αναγνώστη σε ενδοσκόπηση και αυτοκριτική  με στόχο να καθαρίσει τη θολή ματιά του κόσμου.

Ο Γιώργος Τούλας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1966. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες με ειδίκευση στα ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το καλοκαίρι του 1988, σε ραδιόφωνα, εφημερίδες και περιοδικά. Το 1989 εξέδωσε την parallaxi , το παλαιότερο free press στην Ελλάδα, που έκτοτε κυκλοφορεί χωρίς διακοπή στη Θεσσαλονίκη. Το 2010 ίδρυσε το πείραμα αστικής παρέμβασης «Η Θεσσαλονίκη Αλλιώς», στο πλαίσιο του οποίου έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες δράσεις αστικού ακτιβισμού. Από το 1994 διατηρεί εκπομπή στην πρωινή ζώνη του 95,8 FM της ΕΡΤ3.
Από τις εκδόσεις Επόμενος Σταθμός κυκλοφορεί το αντιρατσιστικό παραμύθι του  «Ο Τσουρέκης που τον έλεγαν Ελία».



Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις





Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!