«στη σκιά της πεταλούδας», Ισίδωρος Ζουργός

στη σκιά της πεταλούδας, Ισίδωρος Ζουργός-Βιβλίων Γη

(πώς γίνεται πεζογράφημα το ποίημα «Οι Μοιραίοι», του Κώστα Βάρναλη)

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Ο Ορχάν Παμούκ, γράφει στο τελευταίο του βιβλιο, «Νύχτες Πανούκλας»: «Αυτό είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα και συνάμα ένα βιβλίο ιστορικό γραμμένο σαν μυθιστόρημα». Ίσως αυτή η φράση να αποτυπώνει τον ακριβή ορισμό και τα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος του Ισίδωρου Ζουργού, «στη σκιά της πεταλούδας». Αν και εκδόθηκε για πρώτη φορά πριν από δεκαπέντε χρόνια, διατηρεί έως και σήμερα την ικμάδα και την επίκαιρη θεματολογία του. (Για το επίκαιρο του θέματος, ας λάβουμε ως σταθερά την αλληγορική του επέκταση). Καμία σκέψη ή φράση, όμως, δεν πρόκειται να είναι αρκετά τεκμηριωμένες ώστε να εισχωρήσουν στις σελίδες, το νόημα και τις άμεσες ή έμμεσες διαστάσεις ενός λογοτεχνικού κειμένου -αν υποθέσουμε πως ο κάθε αναγνώστης έρχεται σε επαφή με διαφορετικές προσλαμβάνουσες. μηνύματα, εικόνες και αναμνήσεις. Παρ’ όλα αυτά, το «στη σκιά της πεταλούδας» παραμένει ζωντανό και γοητευτικό στο πέρασμα των χρόνων· χαρακτηρίζεται, δηλαδή, κλασικό.

Ο χρόνος ορίζει τη μνήμη και, αντίστροφα, χωρίς μνήμη δεν υφίσταται χρόνος. Στο μυθιστόρημα, οι διαδοχές του χρόνου είναι παράλληλες και ενώνουν το παρόν, το παρελθόν και, με μια δραματική προοικονομία, το μέλλον, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων. Αν και οι ζωές τους έχουν χρονικό όριο, η μοίρα τους γίνεται πεπερασμένη και κληρονομείται από γενιά σε γενιά. Εκούσιος ή ακούσιος ο τρόπος, ο αναγνώστης θα διαισθανθεί και θα αναγνωρίσει την τραγικότητα και τη μάχη της ανθρώπινης ψυχής με το πεπρωμένο. Η μοίρα παίρνει μορφή με την εικόνα μιας πεταλούδας, που η ανεπαίσθητη σκιά της γίνεται η εικονοποίησή της, η απτή της μορφοποίηση.

Αλήθεια, μήπως έχετε προσέξει ποτέ μία σχεδόν ανεπαίσθητη κηλίδα που σχηματίζεται κάτω στο ανοιξιάτικο χορτάρι, όταν μια πεταλούδα πετάει στο φως;

Από το σημείωμα του συγγραφέα
Βιβλίων Γη

«παλιές αντρικές και γυναικείες ιστορίες ροκανίζουν τον χρόνο»

Οι ήρωες, με την πρώτη ματιά, χαρακτηρίζονται από το ιστορικό τους αποτύπωμα. Η Ζώικα γλιτώνει από την καταστροφή του σλαβόφωνου χωριού, από τους Βούλγαρους, στην περιοχή του Βελβεντού, όπου κατοικεί, και επανεκκινεί, κάτω από τα συντρίμμια της Ιστορίας της Ελλάδας, τη ζωή της. Οδηγός και σύντροφος του μικρού κοριτσιού θα είναι μια Ελληνίδα δασκάλα, που δολοφονείται με τρόπο ειδεχθή λόγω της ιδιότητάς της. Από την άλλη, η παράλληλη ιστορία ξεκινάει με τον Ηλία Χατζίδη, στην Αδριανούπολη, κάπου στις αρχές του 19ου αιώνα. Το προσωνύμιό του είναι «ο φονιάς του λύκου» και η ξανθιά άγρια θωριά του προκαλεί δοξασίες, μύθους και θρύλους γύρω από τη ζωή του. Η αφετηρία είναι δύο πρόσωπα που κουβαλάνε στους βίους τους τις σκληρότερες και πιο τραγικές στιγμές την Νεότερης Ιστορίας. Τους Βαλκανικούς Πολέμους και το προοίμιο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οι διαδεχόμενοι απόγονοι βαδίζουν στην Ιστορία του τόπου, μέσα από το βορειοελλαδίτικο σκηνικό, και «καταγράφουν» εμμέσως την πορεία της, που καταλήγει στον 20ο αιώνα.

Κανείς από τους δύο δεν εξιστορεί το παρελθόν του -κάπως έτσι δημιουργούνται οι μύθοι. Η Ζώικα κρατάει τα πρώτα της βιβλία, κληρονομιά της Ελληνίδας δασκάλας, ο Ηλίας Χατζίδης ένα καθρεφτάκι, αποκύημα του φόβου και των αντικατοπτρισμών της μετέπειτα ζωής της δικής του και όσων θα γεννηθούν μετά από αυτόν. Μέχρι να πεθάνει, όταν θα κοιτάξει το είδωλό του στον καθρέφτη για τελευταία φορά, μήπως και δει τη ματωμένη μουσούδα του λύκου ή τον βίο του, σιωπηλό και γεμάτο μυστικά…

Η συνέχιση του μυθιστορήματος αφορά τις κατοπινές γενιές των αρχικών ηρώων. Κύριο χαρακτηριστικό τους η γονιδιακή κληρονομιά που ακολουθούν υποσυνείδητα. Και η σκιά μιας πεταλούδας που δεν μπορεί κανείς να αποφύγει, παρά μόνο με τον θάνατο, όπου ολοκληρώνει (;) και κάθε προσωπικό του βίωμα. Ο Ισίδωρος Ζουργός δημιουργεί ατέρμονους ομόκεντρους κύκλους, μέχρι να φτάσει στο παρόν και να ομολογήσει το μέλλον. Η μοίρα πάντα ίδια. Η Ιστορία δαμόκλειος σπάθη πάνω από τους ήρωες, για να αποδείξει λογοτεχνικά πως ο άνθρωπος άγεται και φέρεται σύμφωνα με τις συνθήκες και όχι με γνώμονα τις επιθυμίες του.

«Οι Μοιραίοι» ήρωες στη «σκιά της πεταλούδας»

Έχει αναρωτηθεί ποτέ κάποιος, πώς θα ήταν ένα ποίημα αν έπαιρνε άλλη λογοτεχνική μορφή; Αυτή του πεζογραφήματος, ας πούμε. Αν οι στίχοι ενός ποιήματος άπλωναν σε σκέψη και νοήματα, έπαιρναν τη μορφή προσώπων και γύρω από τους πρωταγωνιστές εμφανίζονταν χαρακτήρες-δορυφόροι, που θα μεταμόρφωναν σε ευρεία την εικόνα και τις αντιδράσεις, τις πράξεις και τις προθέσεις. Αν είχε καθοριστεί ο χρόνος και ο τόπος, αν είχε μετουσιωθεί το συναίσθημα. Το εγχείρημα φαντάζει δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς πως θα έπρεπε να προσδιορίσει τις αφηρημένες και προσωπικές, του κάθε αναγνώστη, ερμηνείες και μηνύματα, αλλά και του ίδιου του δημιουργού.

Αναντίρρητα, μια τέτοια πρόκληση απαιτεί ευαισθησία και σεβασμό, διακριτική προσέγγιση και λυρισμό. Ο Ισίδωρος Ζουργός, όμως, καταφέρνει πάντα να αφομοιώσει στη γραφή του λυρικές περιγραφές, κατέχει ένα ανεξάντλητο λεξιλόγιο, που τον χαρακτηρίζει, δημιουργεί πολύπλοκες προσωπικότητες, που σημαίνει πως διατηρούν ατόφιες έως το τέλος αφηρημένες έννοιες, ενσωματώνει τον τίτλο ενός έργου σε κάθε σελίδα, σε κάθε λέξη του κειμένου του. Η λογοτεχνική του ταυτότητα ισορροπεί ανάμεσα στη ποίηση και το πεζογράφημα.

Αναμφίβολα, η λέξη απόκληρος έρχεται στον νου σε κάθε σελίδα του μυθιστορήματος, αλλά όχι με τη στενή έννοια του όρου (στέρηση του δικαιώματος κληρονομιάς), αλλά με τη μεταφορική ερμηνεία της. Οι ήρωες είναι απόκληροι της ζωής, της κοινωνίας, της ιστορικής πραγματικότητας. «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!», στους στίχους του Κώστα Βάρναλη. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξηγεί πως το μυθιστόρημα αυτό είναι «για τους αποτυχημένους» αυτού του κόσμου. «Μια συνάντηση του ανθρώπου με την προσωπική του αποτυχία και την πτώση». Στήνει μια ιστορία για το αρχαιότερο από τα ανθρώπινα δράματα. Το αναλύει και το απεικονίζει μέσα από το χρονικό δύο οικογενειών.

Σε γενικές γραμμές, το θέμα αυτό, των μοιραίων και απόκληρων, είναι κεντρική ιδέα σε πολλά έργα μεγάλων συγγραφέων. Ο Κώστας Βάρναλης γράφει τους Μοιραίους το 1922, σε μία τραγική ιστορική και κοινωνική συγκυρία του ελληνικού γίγνεσθαι. Εγκιβωτίζει τον τόπο και τον χρόνο σε μια υπόγεια ταβέρνα και έτσι μνημονεύει την κοινωνική διάσταση των ηρώων του. Με τον ίδιο τρόπο, ο Ισίδωρος Ζουργός δημιουργεί ένα στατικό περιβάλλον στο παρόν· σε έναν θάλαμο ανελκυστήρα. Πλάθει μια αφηγηματική ακολουθία μέσα στην ιστορία του, όπου ενώνονται και εκτυλίσσονται οι ζωές των προγόνων των δύο τελικών ηρώων του.

Βιβλίων Γη

Ο Μάρκος και η Ελένη αναπολούν και αφηγούνται για να γνωριστούν και να γνωρίσουν. Άγνωστες γενιές, δύο άγνωστοι, «σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλον», ανακαλύπτοντας «πόσο βάσανο μεγάλο το βάσανο είναι της ζωής». Η παράλληλη αφήγηση στο παρελθόν και στο παρόν αποκαλύπτει μια ιδιότυπη «σάγκα». Οι ζωές των ηρώων αγιοποιούνται ή γίνονται μύθοι, θρύλοι και παραβολές, μέσα από εκτενείς αφηγήσεις και περίτεχνες περιγραφές. Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι απλοί και λαϊκοί αγωνιστές της ζωής που έρχονται σε αντιπαράθεση με το αντίθετο του ίδιου τους του εαυτού, μέσα από διάσπαρτες φιγούρες και, ουσιαστικά, σκιές δικές τους.

Έτσι, ο μικρός καθρέφτης του Ηλία Χατζίδη, του πρωταρχικού ήρωα, αποκαλύπτει εκείνο που έβλεπε στο δικό του πρόσωπο έως να πεθάνει. Τη μουσούδα ενός ματωμένου λύκου. Την απονενοημένη μάχη του συνείδησης και της επιθυμίας. Της ηθικής αξίας και των μοιραίων αποφάσεων.

Όσο εξελίσσεται η ιστορία, ανακαλύπτει κάποιος πως οι τραγικοί εξαρχής ήρωες είναι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, «εσώκλειστοι». Καταρχάς στο βιωματικό τους περιβάλλον. Σε δεύτερο επίπεδο, πρόκειται για έναν εγκλωβισμό στον ίδιο τους τον εαυτό. Τα περισσότερα μέσα έκφρασης είναι οι σκέψεις και οι μονόλογοι, μια συνεχής μάχη με τη πικρή αλήθεια τους. Ερωτήσεις δίχως απάντηση, ενοχή και αυταπάρνηση, σιωπή και μετάνοια, μια επιτυχημένη διαδικασία αυτογνωσίας που το αποτέλεσμά της προσμετράται ως ήττα. Ενώ θα περίμενε κάποιος ότι η τραγικότητα των χαρακτήρων θα επιφέρει την κάθαρση ή τη σωτηρία τους, σύμφωνα με τον αρχαίο ορισμό της τραγωδίας, τίποτα τέτοιο δε συμβαίνει. Η μικρή τελεία, η σκιά της πεταλούδας, αφορίζει τη λύτρωση και καταδιώκει τους ήρωες.

- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει;
Κανένα στόμα
δεν το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα.

Η Θεσσαλονίκη του Ισίδωρου Ζουργού

Ως τόπο συνάντησης της διάδρασης των προσώπων ορίζεται η Θεσσαλονίκη. Χρησιμεύει σαν χώρος καταληκτικός, με προεκτάσεις συμβολικές μιας και πιστοποιεί την πορεία των ηρώων. Ο ίδιος ο συγγραφέας την περιγράφει σύμφωνα με τα πρόσωπα και τις σκιές του πεπρωμένου τους.

…μια πόλη φτωχή και σπάταλη, οσία και πόρνη, πόλη σαγηνευτική.

Είναι οι φτωχοδιάβολοι, οι ιδεολόγοι, οι αριβίστες και οι καιροσκόποι. Οι αγωνιστές, η μεγάλη λαϊκά προσκείμενη κοινωνική τάξη, οι Εβραίοι, ο εργατόκοσμος, οι πόρνες και οι ρεμπέτες, οι μικροί και οι μεγάλοι αυτού του κόσμου και του παντοτινού, σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο. Είναι και εκείνοι που ψάχνουν την άκρη του κόσμου και καταλήγουν σε μια γωνιά του, γλείφοντας τις πληγές και τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. Ίσως και τα επίκτητα όνειρα που προσμετρήθηκαν στις πλάτες τους για δικά τους.

Από το Βελβεντό, έως και τον πρώτο προσφυγικό συνοικισμό στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, όλοι βρίσκονται, συναντιούνται τυχαία ή με μία σκόπιμη σύμπτωση στη μεγάλη πόλη. Φορτώνονται στους ώμους τους το χρέος της ειμαρμένης χωρίς να ερωτηθούν. Βαδίζουν μαζί με τα ιστορικά τεκταινόμενα. Μαζί ή παράλληλα εντέλει.

Ο συγγραφέας μνημονεύει και τιμάει κάθε συνοικία, δρόμο, καλντερίμι και κτίριο· κάθε γωνιά της πόλης χρωματίζοντάς τη με όσα γεγονότα την έχουν καθορίσει. Οι εποχές περνούν, όλες, όμως, στεφανώνονται από την ομίχλη που κατακάθεται σε κάθε της κομμάτι, ακόμα και στην ανθρώπινη ψυχή. Ο ορίζοντας επιτηδευμένα δεν έχει χρώμα. Είναι μια εικόνα νουάρ ή σέπια. Ακόμα και σε αυτό το περίτεχνα μεθοδευμένο σκηνικό, η μικρή σκιά μιας πεταλούδας είναι πάντα ορατή. Ίσως γιατί η σκιά ακολουθεί κάθε άνθρωπο μέχρι το τέλος.

Βιβλίων Γη-στη σκιά της πεταλούδας, Ισίδωρος Ζουργός

Μια σύνοψη ημιτελής (…λάμπετε σβήνετε μακριά μας, χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας)

Φτάνοντας στο τέλος -περίεργο· καμία σκέψη δεν τελειώνει ποτέ- τα συμπεράσματα θα είναι πάντα λιγοστά για ένα μυθιστόρημα όπως το «στη σκιά της πεταλούδας». Πάντα θα υπάρχει μια αρχή, μια καινούρια αφορμή για να διαβάσει ξανά κάποιος την ιστορία αυτή. Όχι για να ψυχογραφήσει από άλλη οπτική γωνιά τους ήρωές της, αλλά για να αναρωτηθεί ξανά για τη δική του υπόσταση και τις δικές του αποφάσεις. Για να κατανοήσει το κληρονομικό εκτόπισμα με το οποίο γεννιέται. Πόσες αλήθειες κρύβει μια σκιά; Αν κάποιος αναλογιστεί το βάρος μιας πεταλούδας, μηδαμινό και ανεπαίσθητο, τόσο κι άλλο τόσο είναι το βάρος που σηκώνει η σκιά της. Όταν τα όνειρα εγκαθιδρύονται δίχως άδεια στον ουρανό του μυαλού, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πως μια αναγκαία συνθήκη θα τα μετατρέψει σε ένα απλήρωτο χρέος. Μπορεί απλά να συμπορευτεί, ίσως και να πιστέψει πως μπορεί να αρνηθεί. Δεν υπάρχει απάντηση για το πού πηγαίνουν τα όνειρα που μένουν ανεκπλήρωτα. Άλλα γίνονται μύθοι κι άλλα περιμένουν να σκαρφαλώσουν στην επόμενη μικρή σκιά που θα κάνει μια πεταλούδα.

Ει το φέρον σε φέρει, φέρε και φέρον.

Αν η μοίρα σε σέρνει, άντεξε και άφησε να συρθείς μαζί της.

Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, Έλληνας ποιητής του 4ου αιώνα π.Χ.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!