Λέγε με Ισμαήλ, Τέσυ Μπάιλα: Η θρηνητική ελεγεία της μνήμης

Βιβλίων Γη

«Για να γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις ένα μεγάλο θέμα. […] Αυτό που, άπαξ και το ‘βρισκε κανείς, ξεκαθάριζαν και όλα τα υπόλοιπα…» Αυτό έγραψε το 1851 ο Μέλβιλ Χέρμαν στο εμβληματικό μυθιστόρημα Μόμπι Ντικ, από το οποίο δανείστηκε την πρώτη του φράση η συγγραφέας σαν τίτλο του τελευταίου της μυθιστορήματος. Πόσο εύκολη είναι, όμως, η επιλογή ενός μεγάλου θέματος; Η Λογοτεχνία καταδεικνύει ή εξωραΐζει έναν πνευματικό στοχασμό που παραμένει αιώνιος. Ίσως και να καταφέρνει να του δώσει μορφή, να το πλαισιώσει μέσω μιας υπόθεσης. Με βεβαιότητα, παρ’ όλα αυτά, θα αποτελεί πάντα μια διαδικασία του νου ανεπίλυτη. Πιθανότατα, τα μεγάλα θέματα καρτερούν την επίλυση μέσα από τον βιωματικό χρόνο. Κρύβονται ή σχεδόν «γελάνε» φανερωμένα, και περιμένουν μια μικρή στιγμή για να αποκαλυφθούν. Στο σήμερα, στο αύριο ή στο παρελθόν· εκεί που κατοικεί η μνήμη και η νοσταλγία.

«Η μνήμη είναι ο τόπος που ζουν οι αναμνήσεις»

Με αφορμή τη μνήμη και το ταξίδι της νοσταλγίας ξεκινάει μια αφήγηση που συνταράσει συναισθηματικά τον αναγνώστη, ξυπνάει ληθαργικές, και όχι νεκρωμένες, εικόνες, ακούσματα και διηγήσεις, ανακαλεί οικείους χρόνους αλλά και τόπους. Η Πόλη είναι η καρδιά, εκούσια ή ακούσια. Χωρίς έλλογη αφορμή, μάλλον υποσυνείδητα, αναπλάθεται και ζωντανεύει με τη διαδικασία της επαναληπτικότητας. Η Πόλη με τη μορφή της πατρίδας. Κάθε, δηλαδή, πατρίδα, οποιουδήποτε ανθρώπου.

Στο Πέραν, μερικές δεκαετίες πριν και κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών, εστιάζεται χωροχρονικά η ιστορία, στο μέρος που η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης έχτισε και «μέρωσε» τη ζωή της. Σε αυτό το κομμάτι της ιστορικής πόλης αναπτύσσεται μια σχέση διακοινωνική μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, σαν τίποτα να μην μπορεί να διαταράξει την αδιάβλητη συνύπαρξη λαών, θρησκειών και Ιστορίας. Ουσιαστικά, το αντικείμενο της μυθιστορίας είναι ό, τι ακριβώς ισχύει σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, που η ύπαρξή της στηρίζει και στηρίζεται στη διαφορετικότητα. Τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει την αρμονική λειτουργία μιας δεμένης με σεβασμό κοινότητας…εκτός από εξωγενείς παράγοντες. Όπως η πολιτική, που ποτέ δε λαμβάνει υπόψη τον άνθρωπο, έστω κι αν απορρέει από αυτόν….

Βιβλίων Γη
Λέγε με Ισμαήλ, Τέσυ Μπάιλα

Το Πέραν

Οι ήρωες που ζουν στο Πέραν έχουν μοίρα κοινή και σκοπούς όμοιους. Μοιράζονται «λοκούμια» απ’ του Χατζή Μπεκίρ, τρώνε κουφέτα στο μπαϊράμι των γλυκών και ρακί με λουκάνικο στους καφενέδες. Τα σπίτια όλα έχουν τα ίδια λουλούδια και στα πλακόστρωτα σοκάκια παίζουν όλα μαζί τα παιδιά, μαλώνουν αποξεχνιούνται και φιλιώνουν.

Στον καφενέ του Ισμαήλ μαζεύονται Έλληνες και Τούρκοι για να πιούν τσάι ή καφέ. Μα και στο διπλανό μαγαζί, ο Ισίδωρος ονειρεύεται και ταξιδεύει στις σελίδες των βιβλίων που πουλάει ή σε αυτά που κιτρινίζουν και παλιώνουν οι σελίδες τους, μιας και μένουν απούλητα, σαν τα ταξίδια, που μένουν όνειρα παντοτινά. Φίλοι παιδικοί, που ερωτεύονται την ίδια κοπέλα στις πρώτες στιγμές της έφηβης ζωής τους, αλλά κανένας από τους δύο δεν τη διεκδικεί. Η γλυκιά Εσίν, που το όνομά της είναι αεράκι, μαθαίνει να ονειρεύεται μέσα από τα βιβλία του Ισίδωρου, η Καλλιάνθη περιμένει στο παράθυρό της κάθε μέρα το τραμ, με μια γλυκιά και πικρή ανάμνηση ενός χαμένου έρωτα. Σαν το κεσκιούλ, το γλυκό με τη γεύση από πικραμύγδαλο. Στους δρόμους ακούγονται τα πασούμια της Γιασεμώς και οι υποτιθέμενοι διάλογοι που κάνει με τον σκύλο της, τον Γιουσούφ.

Λίγο παρακάτω, ο Ναντίρ ερωτεύεται και κάνει όνειρα να αποκτήσει την Ασλίβ. Όλα φαίνονται γαλήνια και ιδανικά, μα, η ομίχλη της Πόλης κρύβει το παρελθόν και τη μνήμη· τη νοσταλγία και τα ανομολόγητα πάθη. Και μια Αϊσέ γίνεται το «Δελφινοκόριτσο» του Ελύτη και γυρνάει τους ουρανούς με ένα μισοφόρι, ένα «παλιόπαιδο» που μοιράζει φιλιά, «Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται…».

Έτσι, ο κάθε ήρωας παλεύει με την ψυχή του και δίνει την προσωπική του μάχη με την ίδια του τη μοίρα. Ή έτσι πιστεύει, μιας και η μοίρα φαίνεται να χαράζει έναν δρόμο «αυτόδικο» για τον καθένα. Μέσα από τις διαφορετικές ιστορίες που ανακαλύπτει ο αναγνώστης διαδοχικά, έρχεται αντιμέτωπος με όλα τα φιλοσοφικά διλλήματα: τη φύση του καλού και του κακού, του άδικου και του δίκιου, της οδύνης και του ανώδυνου, του χρέους και της επιθυμίας.

Γιατί οι άνθρωποι ίδιοι είναι. Μοιάζουν μεταξύ τους. Αλλάζουν μόνο οι συνθήκες τους και οι τρόποι τους…

Λέγε με Ισμαήλ, Τέσυ Μπάιλα

Μέσα από την αφήγηση του Ισμαήλ, ο αναγνώστης ανακαλύπτει τη μυθική Πόλη, τα στοιχεία του πολιτισμού και των άγραφων ανθρώπινων νόμων που την καθορίζουν. Σαν έναν παραλληλισμό έμμεσο. Ένας άλλος Ισμαήλ, κοντά έναν αιώνα πίσω, που αφηγείται την εμμονική τρέλα και το πάθος του Αχαάβ. Ένα πάθος ασίγαστο, με στοιχεία αγάπης και μίσους αλληλένδετα όπου κατατρέχουν ψυχές βασανισμένες. Με αυτόν τον τρόπο, η γαλήνη, η ομορφιά και ο σεβασμός γίνονται μηνύματα των ανθρώπινων σχέσεων, ακόμα και μέσα από δραματικά αληθινά στιγμιότυπα. Οι βαθιά ριζωμένες αξίες παίρνουν σάρκα και οστά και παύουν να αποτελούν αφηρημένες έννοιες, αφού μετενσαρκώνονται στις ποικίλες και ανεξάρτητες ιστορίες των ανθρώπων· γίνονται, δηλαδή, βιώματα.

Το Πέραν θυμίζει τόπους και κόσμους διαφορετικούς ή την ανάγκη του ανόμοιου να ενσωματωθεί με οικειότητα σε μια νέα συνθήκη, εκείνη της αρμονικής συνεύρεσης· της φύσης του ανθρώπου να κοινωνικοποιείται, να φτιάχνει πόλεις. Το Πέραν είναι σταυροδρόμι, εκεί που περπατώντας κάποιος επιλέγει έναν δρόμο με διάλεκτους αλλιώτικες από πρόσωπα κοινά. Όπως μιας μάνας που, σε όποια γλώσσα κι αν μιλήσει, καταλαβαίνεις την ιδιότητά της. Μιας ταβέρνας που, ό, τι φαγητό και να φτιάχνει, θα μπεις να γευτείς μια γνώριμη και αγαπημένη γεύση. Μιας ολάνθιστης λεβάντας που, από όποιον τενεκέ κι αν κόψεις ένα κλαρί, θα πεις «ευχαριστώ» και θα το καταλάβει η χριστιανή, η μουσουλμάνα, η Εβραία ή η Αρμένισσα, που την έχουν περιποιηθεί με αγάπη. Είναι μια συνοικία· το κέντρο του κόσμου για τους ανθρώπους που ζουν εκεί και έχουν όνειρα κοινά, εικόνες ίδιες, όμοια βάσανα και αγωνίες.

Βιβλίων Γη
Ο δρόμος του Πέραν, σημερινό Μπέγιογλου

Μια ελεγεία του θρήνου προς τιμή της ανάμνησης

Το μυθιστόρημα «Λέγε με Ισμαήλ» είναι μια ελεγεία, με όλα τα χαρακτηριστικά της ποιητικής μορφής που ορίζει, αλλά με στοιχεία που προσδίδουν χαρακτήρα πεζογραφήματος. Έλεγος, θρήνος κατά τη γλώσσα της Ιωνίας. Αρχικά ένα θρηνητικό τραγούδι με συναίσθημα και λυρισμό. Μια αφήγηση σε μορφή τραγουδιού, με συνοδεία έναν αυλό, που εικονοποιεί τα πάθη και τις ιστορίες του λαού. Σιγά σιγά επεκτείνεται σε όλες τις μορφές της ζωής του ανθρώπου. Οι ιστορίες του Πέραν είναι ερωτικές, ιστορικές, πολιτικής πραγματικότητας, ηθικής και, τέλος, με χαρακτήρα γνωμικό και σοφία. Με απεύθυνση δημόσια, αλλά, σε αρκετές περιπτώσεις, μοιάζει να μιλάει στον καθένα αναγνώστη προσωπικά. Σαν να κεντρίζει την καρδιά και το μυαλό, σαν να στοχεύει στο παρελθόν και στο τώρα και να απαντάει στις καθημερινές εικόνες ή στις διηγήσεις των αγαπημένων που έφυγαν από τη ζωή.

Ίσως από αυτές τις ελεγείες του θρήνου και του έρωτα να προέρχονται οι αμανέδες που ζωντανεύουν σε κάθε γωνιά της Πόλης. Με αυτούς τους ήχους στήνεται ένα σκηνικό νοσταλγίας λυγμικό, με αποτέλεσμα οι ήρωες να παρηγορούνται μεταξύ τους και να συναισθάνονται τελικά τους αναγνώστες.

Το «Λέγε με Ισμαήλ» είναι ένα πολίτικο μοιρολόι γενναιότητας, αρετής και θανάτου. Τιμιότητας κατά τα ανθρώπινα, ιστορικής ειμαρμένης με την έννοια του αναπόφευκτου. Γλυκύτητας και ελπίδας, ακόμα και απέναντι στον πολιτικό εξαναγκασμό που παραλύει την ανθρώπινη βούληση.

Μα, πάνω απ’ όλα, πρόκειται για μια υπενθύμιση. Ο τόπος του κάθε ανθρώπου είναι η καρδιά του, αφού μόνο εκεί ζει η μνήμη και η νοσταλγία. Σε μια κόκκινη ντομάτα, σε ένα κηπευτικό της Μυτιλήνης, που θυμίζει το αίμα και τα βάσανα δύο λαών με κοινή θάλασσα. Σε δύο σκυλιά που μαλώνουν και τραβάνε ένα κομμάτι ύφασμα σε ένα σοκάκι του Πέραν ή, με την ίδια υπονοούμενη έννοια, σε κάθε πολιτικό παζάρι. Στους γλάρους που ταξιδεύουν στη θάλασσα χωρίς διαβατήριο. Σε δύο ταξιδιώτες της ζωής, με κοινές αναμνήσεις, που αλλάζουν πρόσωπο για να συνεχίζουν να ονειρεύονται. Σε μια ουρανογραφία και ένα κομπολόι από κεχριμπάρι.

Βιβλίων Γη
Λέγε με Ισμαήλ, Τέσυ Μπάιλα

Συμπεράσματα

Δεν είναι μόνο οι όμορφες εικόνες που περιγράφονται ή η δεινή και ορθή εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων εκείνα που χαρακτηρίζουν ένα κείμενο υψηλής αισθητικής και αρτιότητας. Η διήγηση όμως, ακόμα και της πιο σκοτεινής εικόνας, είναι ένα από εκείνα τα στοιχεία που καθορίζουν το σύνολο ενός κειμένου. Τον χαρακτήρα και την αξία του.

Η Τέσυ Μπάιλα δανείζεται το οικείο σκηνικό της Πόλης, στον δρόμο των Ρωμιών, το Πέραν, εκείνο που έχουν περιγράψει και χρησιμοποιήσει μεγάλοι συγγραφείς, όπως ο Ορχάν Παμούκ και ο Πιερ Λοττί, και «γεννά» μια ιστορία με ρίζες ομηρικές (αφού εντάσσει στο κείμενό της μεταφορές, ιδεολογικά και πολιτιστικά στοιχεία και παρομοιώσεις, δημιουργεί ήρωες τραγικούς, δέσμιους της μοίρας τους, αλλά και αποφθεγματικές φράσεις πολύτιμες), εγχάρακτες από τη μελαγχολία και το πεπρωμένο.

Το βασικό φυσικό φαινόμενο, ο Νοτιάς της Κωνσταντινούπολης, γίνεται μια εικόνα απτή. Είναι μια μουρμουριστή βροχή, σχεδόν αόρατη, σιωπηλή και ατέρμονη. Σαν θρηνωδία, σαν οιμωγή υπόκωφη με βυζαντινό τέμπο. Προσκυνάει τη Μεγάλη Εκκλησιά και εισχωρεί στα κορμιά και τις ψυχές των ηρώων της με τη μορφή της ομίχλης. Έτσι, εκμαιεύει τον ψυχισμό και τις στιγμές τους. Αποκαλύπτει τους κρυφούς και ανείπωτους σπαραγμούς τους και τους προκαλεί να εξομολογηθούν, να φέρουν στην επιφάνεια τον κρυμμένο τους εαυτό, εκείνον που, στην πραγματικότητα, κινεί το νήμα της ζωής τους.

Η Πόλη είναι μια μυσταγωγία, έτσι όπως είναι και τα πρόσωπα της ιστορίας. Συμπλέουν με την ανατολίτικη κουλτούρα και τον τρόπο σκέψης. Φωνάζουν μέσα από τη σιωπή τους, όπως οι κρυμμένοι θησαυροί, ίσως ακόμα ανεξερεύνητοι, στα έγκατα της θλιμμένης γης. Είναι δεμένα με το παρελθόν τους και το φωνάζουν σε κάθε στιγμή της καθημερινότητάς τους. Σαν τις βάρκες του Βοσπόρου που, όσο μακριά κι αν πάνε, γυρίζουν πίσω, στις «σκάλες» τις γνώριμες, παλιές όσο και ο κόσμος. Όπως γράφει ο Σκοτ Φιτζέραλντ στον Υπέροχο Γκάτσμπυ, στην τελευταία φράση του βιβλίου: «Έτσι, χτυπάμε, βάρκες ενάντια στο ρεύμα, επιστρέφουμε ασταμάτητα στο παρελθόν».

Ένα μυθιστόρημα ενωτικό, με εκείνους τους συνδέσμους που πάντα χρειάζεται η καρδιά και μέχρι σήμερα έχει ανάγκη η ανθρώπινη ψυχή. Το «Λέγε με Ισμαήλ» είναι η επιταγή και η ανάγκη αιώνων· εκείνων που ξεριζώθηκαν, βασανίστηκαν και αδικήθηκαν. Όλων των ανθρώπων που ακόμα βιώνουν το ξερίζωμα και το ανέστιο.

Ποιο είναι το πιο μεγάλο θέμα για το οποίο μπορεί να γράψει ένας συγγραφέας; Ο άνθρωπος είναι. Το θύμα και ο θύτης, ο γείτονας και ο φίλος. Ο άσπονδος εχθρός και εκείνος που έγινε αδελφός επίκτητος. Ο νικητής και ο χαμένος. Παράλληλοι όροι που υπάρχουν σε ισορροπία γιατί ακυρώνει ο ένας τον άλλον, όπως η φύση, που καλεί τα πάντα σε αρμονία. Ο άνθρωπος και το παρελθόν του, γιατί μόνο το παρελθόν τον κρατάει ζωντανό.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Σχετικές δημοσιεύσεις