Ένα μακρύ Σάββατο: Ο Τζορτζ Στάινερ και η αδιάλειπτη προσμονή του χρόνου

Βιβλίων Γη

Ο Τζορτζ Στάινερ πέθανε σε μεγάλη ηλικία -90 χρόνων- το 2020, αφήνοντας πίσω του μια μακραίωνη σπουδή στη Λογοτεχνία και στην ιδεοληπτική του πεποίθηση για τη δύναμη της γνώσης. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κριτικούς λογοτεχνίας του κόσμου, καθηγητής σε διακεκριμένα πανεπιστήμια -μέχρι το τέλος του στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ- και ένας από τους μεγαλύτερους υπέρμαχους της συγκριτικής λογοτεχνίας. Μιας σχετικά νέας ανθρωπολογικής επιστήμης που ερμηνεύει και ασχολείται με τον τρόπο που επηρεάζεται η λογοτεχνία ενός τόπου από την κουλτούρα και τα λογοτεχνικά ρεύματα μιας άλλης, χρονικά, ιστορικά και κοινωνικά. Παράλληλα, ερεύνησε τον τρόπο που επηρεάζονται οι Τέχνες μεταξύ τους.

Ο Στάινερ προερχόταν από εβραϊκή οικογένεια που αναγκάστηκε να φύγει το 1940 από την Ευρώπη και να ζήσει στην Αμερική. Γνώριζε πολλές γλώσσες και ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς κριτικούς του περιοδικού New Yorker μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μια τελευταία αλλά σημαντική κατάθεση

Μέσα από το βιβλίο «Ένα Μακρύ Σάββατο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα, ο αναγνώστης ανακαλύπτει την πολυσχιδή προσωπικότητα και το λαμπρό πνεύμα ενός ασκητή της λογοτεχνίας και πιστού υπηρέτη των γραμμάτων και της γλώσσας. Επίσης, έναν έννοο λόγιο που παρατήρησε για πολλά χρόνια την πορεία του ανθρώπου σε επίπεδο κοινωνικό και ιστορικό, αλλά και τη σταδιακή αλλαγή των λογοτεχνικών ηρώων που διαμορφώθηκαν από τη χρονική εξέλιξη. Συνεπώς, τη μορφή που έχει τα τελευταία χρόνια η λογοτεχνική συγγραφή, μέσα πάντα από μια γόνιμη σύγκριση με την κλασική λογοτεχνία.

Ενώ θα μπορούσε να είναι ένα κείμενο δοκιμιακού ύφους, τελικά, έχει τη μορφή απομαγνητοφωνημένων συζητήσεων, που έλαβαν χώρα στο σπίτι του, με τη Λωρ Αντλέρ, διακεκριμένη δημοσιογράφο, η οποία του θέτει ερωτήσεις που αποκρυπτογραφούν το έργο και τις απόψεις του. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος το μικρό αυτό βιβλίο ένα «συναξάρι», με τη μεταφορική έννοια του όρου, έναν απολογισμό που δεν αποδομεί τις αρχές της Φιλοσοφίας και των αξιών. Παρ’ όλα αυτά, παρουσιάζει, με διάθεση φιλική, ζεστή και οικεία, τον δρόμο που διένυσε μια φιλοσοφημένη και σε έναν σκοπό ταγμένη ζωή.

Βιβλίων Γη

Ο Στάινερ θα απαντήσει, αποδεικνύοντας τον τρόπο που προβληματίζεται και αναλύει εις βάθος ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, επί παντός επιστητού. Οι σαφείς τοποθετήσεις του δεν παραπέμπουν σε διδασκαλία, καθώς γίνονται έναυσμα για σκέψη και ανάλυση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν σε παγκόσμιο επίπεδο κάθε άνθρωπο. Το σημαντικό είναι ότι δεν απευθύνεται σε μία ελιτίστικη μερίδα αναγνωστικού κοινού. Στοχεύει, με κάθε πρότασή του, στο να επισημάνει την επικίνδυνη πορεία που βαδίζει ο Πολιτισμός και η σκέψη· η ίδια η ανθρώπινη φύση.

Ένας ευρωπαίος Εβραίος…

Ο Στάινερ κατάγεται από μία αυστροεβραϊκή οικογένεια που κατάφερε να διαφύγει από το Παρίσι, το 1940, και να μετοικήσει στην Αμερική. Οι σπουδές του τον κατατάσσουν σε έναν από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους του πνεύματος και, παρά τις επαναλαμβανόμενες προσκλήσεις του Ισραήλ για μόνιμη εγκατάσταση εκείνου και της οικογένειάς του στη χώρα, εκείνος, μέχρι και την τελευταία του στιγμή, αρνείται.

Με μια ισχυρή και ειλικρινή επιχειρηματολογία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική του κράτους του Ισραήλ, θεωρώντας τους ηγέτες του πλήρως αποστασιοποιημένους από τη φύση του ιουδαϊσμού..

Ο υπέρτατος βαθμός ευγένειας είναι να ανήκεις σε ένα λαό που ποτέ δεν ταπείνωσε έναν άλλο λαό. Που ποτέ δεν βασάνισε άλλο λαό.

Περισσότερο ενδοσκοπικός και ουσιαστικός, παρά ορθολογιστής και μέρος της πολιτικής που σήμερα διέπει την ανθρωπότητα, ο Στάινερ πίστεψε στη σκληρή προσπάθεια να μείνει αναλλοίωτη η ουσία της ιουδαϊκής διδαχής και βρέθηκε στην αντιπέρα όχθη, που υποστηρίζει στην πολύχρονη Ιστορία των Εβραίων, και στην πνευματική υπόσταση τους, στην παραδοσιακή μορφή του έθνους, μέσα από τη διδαχή της Βίβλου. Παράλληλα, ως ανθρωπολόγος, δίνει μια μάλλον ρομαντική ερμηνεία στον πολύπαθο λαό. Με έναν ορισμό του, στην ουσία αποτυπώνει ένα αξίωμα για την πραγματική ανθρώπινη φύση. «Είμαστε οι επισκέπτες της ζωής». Αυτήν τη φράση δανείζεται ο Στάινερ, ενός από τους μεγαλύτερους ναζιστές φιλόσοφους -σε κάποιες στιγμές από τις συζητήσεις του με τη Λωρ, δείχνει να προσπαθεί να κατανοήσει ή και να ερμηνεύσει τις πεποιθήσεις του Χάιντεγκερ.

Δίνοντας μια οικουμενική υπόσταση στη φύση του ανθρώπου -αρχής γενομένης των Εβραίων- υποστηρίζει πως κανένας δεν επιλέγει πατρίδα και τόπο για να γεννηθεί. Άρα, η εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη, όντας τυχαία, είναι ένα γεγονός που πρέπει κάποιος να το δει με σεβασμό. Ο εβραϊκός λαός ιστορικά εμφανίζεται «με μια βαλίτσα στο χέρι» -φιλοξενούμενος, κατά την αρχαία ετυμολογία της λέξης- που σημαίνει πως πρέπει να αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση και να ζήσει με τα πλεονεκτήματα που μπορεί να λάβει από αυτήν τη συνθήκη. «Στα αρχαία ελληνικά η λέξη για τον ”επισκέπτη” είναι ίδια με τη λέξη για τον ”ξένο”:  Και αν με ρωτούσατε να ορίσω την τραγική μας κατάσταση, είναι ότι η λέξη ”ξενοφοβία” επιβιώνει, και χρησιμοποιείται ευρέως, την καταλαβαίνουν όλοι. Αλλά η λέξη ”ξενοφιλία” έχει εξαφανιστεί». Εξάρει την πνευματική ενάργεια και δύναμη του λαού αυτού, που κατάφερε μέσα από το χειρότερο γεγονός που έλαβε χώρα στον κόσμο, το ολοκαύτωμα (σοά, Soah εβρ.) να επιβιώσει και να σταθεί ξανά στα πόδια του, αλλά κρούει και τον κώδωνα του κινδύνου για τη νέα τάξη πραγμάτων που απειλεί για άλλη μια φορά τον εβραϊκό λαό.

Βιβλίων Γη

«Ο θάνατος μιας γλώσσας είναι ο θάνατος ενός σύμπαντος δυνατοτήτων»

Πιστεύοντας σθεναρά πως κάθε γλώσσα έχει ανεξάντλητη δύναμη και δυνατότητες, έγινε γνώστης πολλών, αν και όχι όσων θα ήθελε. Μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, πιστεύει πως ένα κείμενο πάντα θα έχει πολύ μικρότερη αξία έναντι του πρωτότυπου, μιας και κανένας δε θα μπορέσει ποτέ να αγγίξει μέσα από τη μετάφραση την ψυχή του συγγραφέα. Απαγγέλει τις μοναχικές του ώρες από μνήμης αρχαιοελληνικά κείμενα. Και μετανιώνει που δεν έμαθε ποτέ…εβραϊκά ώστε να μελετήσει σε βάθος τα θρησκευτικά βιβλία. Αντίθετα, ο Σαίξπηρ, ο Αριστοτέλης και αρκετά ελληνικά και λατινικά συγγράμματα είναι για εκείνον σύντροφοι, ακόμα και χωρίς να ξεφυλλίζει τις σελίδες τους.

Σε μία από τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις του με τη Λωρ επιχειρηματολογεί πάνω στη θεώρησή του πως ο πλανήτης τείνει να γίνει μονόγλωσσος.

Κάθε γλώσσα είναι ένας τρόπος να λες τα πράγματα.

Συγκεκριμένα, πιστεύει πως η κάθε γλώσσα έχει τον δικό της τρόπο να εκφράσει τη θλίψη, το συναίσθημα, την ανάγκη και τη συνθήκη της ανθρώπινης διαβίωσης -πράγμα απολύτως σωστό. Η απειλή της αγγλοαμερικανικής γλώσσας, που έχει παρεισφρήσει σε όλα τα πλαίσια της ζωής του ανθρώπου, είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα σημάδια του νέου κόσμου. Σε αυτό το σημείο, παρατηρεί πως η Παιδεία γενικά είναι «προσχεδιασμένη αμνησία». Μέσα σε συγκεκριμένα πρότυπα επιμόρφωσης, αισθητικού κριτηρίου και αντικειμένου.

Ως ερευνητής της Λογοτεχνίας αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την αλλαγή του τρόπου συγγραφής τα τελευταία χρόνια, με πολλά στοιχεία της να χάνουν τον αρχικό τους προορισμό. Ερμηνεύοντας σε πολλά επίπεδα τους κλασικούς συγγραφείς -θεωρούσε πως είναι ανεξάντλητοι ως προς την εξερεύνησή τους- διαπιστώνει πως οι συγγραφείς τείνουν να ομοιάσουν, χρησιμοποιώντας πολλά στοιχεία της αγγλοαμερικανικής γλώσσας, αποκλείοντας σιγά σιγά τις πολιτιστικές ρίζες και την κουλτούρα κάθε τόπου.

Ένας κριτικός με τη στόφα του αντικειμενισμού και της κλασικής παιδείας

Βαδίζοντας στα χνάρια της αρχικής ιδέας περί κριτικής της λογοτεχνίας, διατείνεται στο «Ένα μακρύ Σάββατο» πως τα λογοτεχνικά έργα πρέπει να διαβάζονται με τον κλασικό τρόπο, χωρίς νεωτεριστικές παρεμβάσεις. Ψάχνοντας την κουλτούρα, τον πολιτισμό, τις κοινωνικές συνθήκες και τα συναισθήματα, την πηγαία εγρήγορση που έχει ένα πρωτότυπο κείμενο, την ίδια την κατάσταση του συγγραφέα καθώς γράφει. Ο «παλιός τρόπος» ανάγνωσης κρύβει όλες τις μεταφυσικές, θρησκευτικές και πολιτικές υποθέσεις στην εποχή που βιώνει ο κάθε συγγραφέας, άρα ο κριτικός οφείλει να έχει στοργή και σεβασμό, διάθεση εμβάθυνσης και κατανόησης για κάθε λογοτεχνικό κείμενο.

Η καλή κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης. Πρέπει να λες ευχαριστώ στα έργα και στο τίμημα που χρειάστηκε να καταβάλει ο δημιουργός τους.

Για πάντα δεμένος με την κλασική λογοτεχνία, θαυμαστής των αρχαίων δημιουργών, αυθεντία στη συγκριτική λογοτεχνία, στις συναντήσεις του με τη Λωρ, προειδοποιεί για τον κίνδυνο να χαθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Ακόμα κι αν θα μπορούσε να βρίσκεται σε μια θέση δυνητική, που μπορεί να δώσει πολλά, πρόκειται για έναν κουρασμένο πολιτισμό από τη μακραίωνη Ιστορία του. Ιδιαίτερα μετά τους παγκόσμιους πόλεμους που ταλάνισαν κάθε εκατοστό της γης της, οι άνθρωποι άλλαξαν, όπως και οι τέχνες. Παρ’ όλα αυτά, οι καλλιτέχνες κάθε φορέα θα γυρνούν πίσω. Το παρελθόν είναι εκείνο που ακόμα θρέφει τη δημιουργία. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι πως μετά το Ολοκαύτωμα και τις θηριωδίες του ναζισμού, καθώς και την εποχή του σταλινισμού, τίποτα δεν παρέμεινε ίδιο.

Παράλληλα, θέτει ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά τον κόσμο των εκδόσεων και τη βιομηχανοποίησή του. Έτσι, θίγει το θέμα που παίρνει τραγικές διαστάσεις τόσο για το αναγνωστικό κοινό όσο και για τους ίδιους τους συγγραφείς, αφού τα νέα έργα κινούνται σαν «φαντάσματα» στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Μετά από δέκα μέρες εξαφανίζονται, για να πάρουν τη θέση τους άλλα που έχουν την ίδια ακριβώς τύχη.

Βιβλίων Γη
Φωτ.John Hedgecoe, 1977

Για ένα Μακρύ Σάββατο…

Με μία εξαιρετική μεταφορά, ο Στάινερ δίνει τον ορισμό της δυϊκότητας των πραγμάτων, της ανθρώπινης φύσης και της Παγκόσμιας Ιστορίας, στην πορεία της στους αιώνες. Μια ατέρμονη στάση αναμονής που κρύβει ελπίδα και απόγνωση, όπως η Παρασκευή της Σταύρωσης του Χριστού διαδέχεται το Σάββατο της Ανάστασης που φέρνει μια χαρμόσυνη Κυριακή. Ζούμε σε ένα ατέλειωτο Σάββατο, που ο καθένας το εκλαμβάνει διαφορετικά, σύμφωνα με τη θέση και τη φύση του. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η αναμονή μπορεί να κρύβει θαύματα, επιδιώξεις, όνειρα και δημιουργικότητα· στα λόγια αυτά κρύβεται «η δυναμική της συνέχισης της ζωής».

Χωρίς κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα αν θα υπάρξει Κυριακή στον κόσμο, η έννοια της προσμονής μιας αναγέννησης μπορεί να δημιουργήσει κάτι ελπιδοφόρο. Η έννοια της συνεχούς πάλης είτε σε συλλογικό είτε σε προσωπικό επίπεδο θα έχει πάντα θετικό πρόσημο στην ανθρώπινη πορεία.

Ο Στάινερ, αν και ένθερμος υποστηρικτής του παραδοσιακού, ως η μοναδική αιτία για ό, τι καλό δημιούργησε ο άνθρωπος σε όλα τα επίπεδα, πιστεύει και αντλεί δύναμη από οτιδήποτε νεωτεριστικό που διαφαίνεται ικανό να σηματοδοτήσει κάτι το ελπιδοφόρο. Ανακαλύπτει απόψεις, θεωρίες, πολιτικές και γνωσιακά είδη που θα μπορούσαν να αλλάξουν την αίσθηση της στασιμότητας των πραγμάτων.

Οι προβληματισμοί του και οι σκέψεις του βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με πολλών ανθρώπων σήμερα και όσα γράφονται σε αυτό το μικρό βιβλίο θα μπορούσαν να γίνουν μικρά ή μεγάλα ερεθίσματα σε διάφορους τομείς σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Με τη βασική προϋπόθεση, όσοι ασχολούνται με τα κοινά και την πολιτική να μπορούν να σταθούν με ευαισθησία τόσο στα δεδομένα που συμπεραίνει όσο και στην ειλικρινή επίλυση όσων σοβαρών θεμάτων απασχολούν τον σημερινό άνθρωπο.

Η πολιτική θα αφορούσε το κοινό καλό, αν μαζί της ασχολούνταν σημαντικοί άνθρωποι…

Ο Τζορτζ Στάινερ ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δίνουν ιδιαίτερη αξία και πολύτιμο πρόσημο για ό, τι μιλάνε και για τη γνώμη που εκφράζουν (προφανώς για αυτόν τον λόγο άφησε το στίγμα του ως ένας από τους μεγαλύτερους κριτικούς). Για εκείνον, βρισκόμαστε σε μια κοινωνία που υφίσταται μια «δραματική κρίση εμπιστοσύνης» και αναρωτιέται αν έχει μέλλον αναζητώντας την αλήθεια. Μιλώντας με σοφία και λεπτότητα, ευγένεια και κομψότητα αυθεντική, απαριθμεί τα δεδομένα μιας παρακμιακής κοινωνίας, κουρασμένης και απαξιωτικής χωρίς τα γνωστά κρεσέντο της καταστροφολογίας, αλλά με το αίσθημα της κινητοποίησης και της ελεύθερης βούλησης. Μα πάνω απ’ όλα χωρίς το βάρος του φόβου της αποτυχίας.

Βιβλίων Γη

Το να μην φοβάσαι να κάνεις λάθος είναι το ύψιστο προνόμιο, η κατ’ εξοχήν ελευθερία.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα

Μτφ. Θάνος Σαμαρτζής

Σχετικές δημοσιεύσεις