Ήτανε κισμέτ, Έφη Μαχιμάρη: Η Στέλλα Χασκίλ «αφηγείται» την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού

Βιβλίων Γη

Το 1918 είναι μια καθοριστική χρονιά για τη Θεσσαλονίκη. Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η πόλη μπαίνει σε μια περίοδο αλλαγών τόσο σε χωροταξικό επίπεδο όσο -και αυτό είναι και το σημαντικότερο- σε μία φάση ανακατάταξης σε κοινωνικό πλαίσιο. Ήδη από την εποχή που η Θεσσαλονίκη γίνεται ελληνική -το 1912- αλλάζει ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Οι Τούρκοι εγκαταλείπουν την πόλη, χωρίς να πάρουν μαζί τους τον ανατολίτικο χαρακτήρα της. Γεγονός που θα αποτελεί για πάντα ανεξίτηλο σημάδι της.

Η εβραϊκή κοινότητα, με τον νέο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, χάνει τη συνοχή της. Από τη μια συρρικνώνεται η εμπορική και οικονομική δύναμη που είχε στο κέντρο της πόλης, ενώ, από την άλλη, ξεκινάει μια περίοδος που σηματοδοτεί την αλλαγή των παραδοσιακών αξιών και ηθών των Σεφαραδιτών Εβραίων που αποτελούν τη μαγιά του πληθυσμού τους στη Θεσσαλονίκη. Η νέα γενιά του λαού που έφτασε στην πόλη τον 15ο αιώνα, μετά από τη σκληρή πολιτική εκρίζωσης του ιουδαϊσμού της Ισαβέλλας στην Ισπανία, έρχεται πιο κοντά στο ελληνικό στοιχείο της πόλης. Συμπλέει με τον νέο αέρα που δείχνει την επιθυμία του να αντικαταστήσει το παλιό μέσα από την επιρροή των πολιτιστικών και κοινωνικών στοιχείων της νεότευκτης κοινωνίας.

Το βιβλίο της Έφης Μαχιμάρη αντλεί όλα τα στοιχεία από την κοινωνική και ιστορική κατάσταση της Ελλάδας για να δημιουργήσει την ιστορία μιας σπουδαίας τραγουδίστριας. Η Στέλλα Χασκίλ, στη σύντομη αλλά σημαντική ζωή της, είναι μια από τις εκπροσώπους της θεμελίωσης του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού στη χώρα, και η Ιστορία της Ελλάδας παράλληλα. Από την εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τη εμφύλια μεταπολεμική διαμάχη.

Βιβλίων Γη

Εστρέλλα Γάεγου…

Το 1918 γεννιέται η Εστρέλλα, κόρη του Χαΐμ Γαέγος και της Πέρλας Καμχή από τα Σκόπια. Ως γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας ζει σε συνθήκες ιδανικές και η παιδεία που θα αποκτήσει είναι πολυεπίπεδη και πλούσια. Θα μάθει να μιλάει σε όλες τις γλώσσες που κυριαρχούν στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 20′. Η μητέρα της αγαπάει τα κοινά και τους ανθρώπους. Παρακολουθούν παραστάσεις θεατρικές, το σπίτι έχει μουσική και η μικρή Εστρελλίτα διαβάζει και ανοίγει τους ορίζοντες της, προετοιμάζεται βιώνοντας τη νέα εποχή που ορίζει η περίοδος του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αλλά και με την αυστηρή παλιά σκέψη του παραδοσιακού εβραϊσμού από τον πατέρα της, θα έρθει σε επαφή με τη Σάρα Σκιναζί, τη θρυλική μετέπειτα Ρόζα Εσκενάζυ. Ενώ εκείνη ανοίγει τα φτερά της για να εκπληρώσει τα όνειρά της, να γίνει τραγουδίστρια, η Εστρέλλα έρχεται σε επαφή με τη λαϊκή μουσική του βαλκανικού χώρου, ήχους με καταβολές σαρκί, ανατολίτικους, το περιθωριοποιημένο μπουζούκι, αλλά και τα μπελκάντο της εποχής. Στη συνείδησή της τα εβραϊκά λαϊκά τραγούδια συγχρωτίζονται με άλλα μουσικά μονοπάτια, όταν αντιλαμβάνεται πως η αγγελική της φωνή είναι ικανή να τραγουδήσει τη μουσική που ζωντανεύει τους πόθους, τα βάσανα και τα πάθη μιας κοινωνίας που εκφράζει με το τραγούδι κάθε του συναίσθημα κι επιθυμία..

Ήθελα να μάθω όλα τα τραγούδια σ’ όλες τις γλώσσες που μιλούσαν οι άνθρωποι στην πόλη, να μπορώ να μπαίνω στην ευαισθησία των στίχων, να τους νιώθω. Πόσο λαχταρούσα να πάω στα καφέ Αμάν, να ζήσω την πανδαισία της μουσικής και των τραγουδιών σε όλα τα χρώματα, σπανιόλικα, ανατολίτικα, χάλκινα των Βαλκανίων. Η ομορφιά μελωδίας και στίχου είναι μια μαγική συνύπαρξη με θαυματουργό αποτέλεσμα. Οι λέξεις, οι φράσεις απογειώνονται και τυλίγουν την καρδιά και το συναίσθημα. Ανοίγει η ψυχή, θυμάται, ομορφαίνει. Η μουσική είναι το φάρμακο που διεγείρει και ανακουφίζει τα συναισθήματα των ανθρώπων.

Οι πρώτες ενδείξεις του ταλέντου της Εστρέλλας Γάεγου θα είναι σε μικρές συναθροίσεις, σε σπίτια οικογενειακών φίλων, στη Συναγωγή, σε ιδιωτικό και κλειστό κύκλο. Όμως η φωνή της απευθύνεται στον κόσμο, στο σύνολο. Όλες οι μικρές αυτές «παραστάσεις» την προετοιμάζουν για τον δρόμο που θα χαράξει μόνη της. Για εκείνο που επιθυμεί περισσότερο στη ζωή της: να τραγουδάει.

Βιβλίων Γη
Στέλλα Χασκίλ-Ρόζα Εσκενάζυ

Ένας σαμπάχ μανές, σε δρόμους πρώτους πλάγιους…

Η Εστρέλλα τραγουδάει σε ταβέρνες της Θεσσαλονίκης τραγούδια της εποχής ή σε συνεστιάσεις τα μπελκάντο που είναι της μόδας. Η Εσκενάζυ είναι εκείνη που θα τη μυήσει στο ρεμπέτικο τραγούδι. Το 1934 θα βρεθεί στην Αθήνα, είναι ακόμα πολύ μικρή, στη θρυλική οδός Δώρου, στην Ομόνοια. Θα συναντήσει εκεί τον Σαλονικιό, τον Αγάπιο Ταμπούλη και τον Λάμπρο και για πρώτη φορά θα κάνει πρόβα με αυθεντικούς λαϊκούς συνθέτες, δημιουργούς που θα την κάνουν να πιστέψει στο χάρισμά της.

Οι πρώτες της γραμμοφωνήσεις θα γίνουν σε ένα ξενοδοχείο, για λογαριασμό της Columbia. «Σωφεράκι Ρίμπα», ένας σαμπάχ μανές, «Στον κόσμο εγεννήθηκα», και έναν ραστ νεβά μανέ, «Αν όλα μου τα δάκρυα». Γυρνώντας στη Θεσσαλονίκη, έχει καταλάβει πως ο δρόμος της είναι το τραγούδι και μόνο αυτό.

Μπροστά μου ανοιγόταν ένας άλλος κόσμος, λαϊκός και ενίοτε περιθωριακός. Άνθρωποι που έγραφαν μια ιστορία εντελώς διαφορετική από τη δική μου, την αστική και καλοβαλμένη. Οι ασυμβίβαστοι και οι κυνηγημένοι, οι μάγκες και οι παραπονιάρηδες, με πάθη και άνομες συνήθειες. Η άλλη όψη του νομίσματος παρουσιαζόταν μπροστά μου…

Στην Ελλάδα οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία φέρνουν μαζί τους τον πόνο και το δράμα του ξεκληρίσματος. Τις μουσικές και τα διαφορετικά ήθη. Η Ανατολή με τη μακραίωνη παράδοση προσπαθεί να ενσωματωθεί με άλλες συνήθειες, αλλά και με το αρνητικό κλίμα απέναντι στους «τουρκόσπορους» που για χάρη τους σκοτώθηκαν τα Ελληνόπουλα και κατασπαταλήθηκε το δημόσιο χρήμα της χώρας. Εκ των πραγμάτων τίθενται όλοι αυτοί οι άνθρωποι στο περιθώριο. Συνεπώς δεν είναι περιθωριοποιημένοι σαν ένα υποδεέστερο κοινωνικό σύνολο, αλλά ως κατάσταση που δεν μπορεί να κατανοηθεί από τον ντόπιο πληθυσμό.

Παράλληλα οι ακραίες πολιτικές καταστάσεις έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Ο ευρωπαϊκός Μεσοπόλεμος που έχει δημιουργήσει τα ακραία φασιστικά φαινόμενα στις χώρες της Ευρώπης, η άνοδος του Γ’ Ράιχ αποκόπτουν της εθνικές μειονότητες από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Με τη νέα πολιτική κατάσταση που εγκαθιδρύει ο Ιωάννης Μεταξάς, το 1936, δημιουργούνται και στην Ελλάδα ομάδες που τρομοκρατούν και βανδαλίζουν οτιδήποτε δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη τους, ελληνικό στοιχείο. Η ΕΕΕ, η Εθνική Ένωση Ελλάδος, ήδη από πολύ νωρίς έχει δείξει τις διαθέσεις της απέναντι στους Εβραίους. Με προπηλακισμούς, βία και απειλές δείχνει το πρόσωπο της νέας τάξης πραγμάτων: Οι Εβραίοι είναι ανεπιθύμητοι.

Βιβλίων Γη

Ο Τσιτσάνης, ο διωγμός…Ο πόλεμος

Λίγο πριν ξεκινήσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1938, η Στέλλα -έτσι εμφανίζεται παντού, με τον φόβο του μίσους κατά των Εβραίων- συναντιέται με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Θα ειδωθούν για πρώτη φορά στου Δαλαμάγκα, στην εμβληματική ταβέρνα «Κούτσουρα», στη Νικηφόρου Φωκά. Είναι και οι δύο είκοσι χρονών και ο Τσιτσάνης, μεταξύ καφέ και κρασιού, παίζει σκοπούς στο μπουζούκι του, που δεν αφήνει ποτέ από τα χέρια του.

Εκείνη θα ακούσει για πρώτη φορά τραγούδια που θα αγαπήσει ο κόσμος και θα τα τραγουδάει μέχρι και σήμερα. «Κουράστηκα για να σε αποκτήσω, αρχόντισσά μου μάγισσα τρελή», «πάλιωσε το σακάκι μου, θα σβήσω απ΄ το μεράκι μου». Ο Τσιτσάνης της υπόσχεται πως έχει τραγούδια για εκείνη και κρατάει τον λόγο του. Η Στέλλα θα κάνει πολλές γραμμοφωνήσεις μετά τον πόλεμο, πρώτη εκείνη, αρκετά τραγούδια του μεγάλου συνθέτη…Η ώρα πλησιάζει.

Παρά τον φόβο και την αβεβαιότητα που έχει κυριεύσει τον κόσμο για τον πόλεμο που βλέπει να έρχεται αναπόφευκτα η μουσική μεγαλουργεί, στηρίζει και δυναμώνει τις καρδιές και την ψυχή. Η απαγόρευση του Μεταξά και οι διώξεις του ρεμπέτικου τραγουδιού δεν πτοούν τους συνθέτες να καταγράψουν τον πόνο, την κοινωνική απαξίωση, την οικονομική ανέχεια, τον έρωτα, την αγάπη, την κάθε στιγμή της ανθρώπινης ζωής· εκείνης της απλής, φτωχικής και αναγκεμένης συνθήκης που βιώνει η πλειονότητα του ελληνικού λαού.

Ο Τσιτσάνης ανοίγει το «Ουζερί Τσιτσάνη», στην Παύλου Μελά. Με το τίποτα κι ένα ποτήρι ούζο θα γλεντήσει τον λυγμό και θα γλυκάνει την πίκρα. Αν και η λογοκρισία του Μεταξά βγάζει στο περιθώριο το ρεμπέτικο, η Θεσσαλονίκη θα γίνει τόπος που θα εξελιχθεί η λαϊκή μουσική, μιας και ο αρχηγός της Αστυνομίας, Κώστας Μουσχουντής είναι λάτρης των ρεμπέτικων τραγουδιών και θαυμαστής του Τσιτσάνη.

Οι Γερμανοί βρίσκονται πλέον στη Ελλάδα και οι Εβραίοι θα βασανιστούν και θα μεταφερθούν με απάνθρωπο τρόπο στα στρατόπεδά συγκέντρωσης του Άουσβιτς και του Μπιρκενάου. περιουσίες θα λεηλατηθούν ενώ άλλες θα περάσουν στα χέρια επιτήδειων που θα αδράξουν την ευκαιρία. Η Θεσσαλονίκη θα χάσει άλλο ένα από τα στοιχεία του κοινωνικού και πολιτισμικού της ιστού. Οι άνθρωποι που θα γυρίσουν από την κόλαση δε θα μπορέσουν ποτέ ξανά να αναστήσουν όσα σε αιώνες έστησαν.

Ο πατέρας της Στέλλας θα πεθάνει πριν πάρει τον δρόμο χωρίς επιστροφή, ενώ η αδελφή της Ραχήλ και η οικογένειά της θα οδηγηθούν στην κόλαση. Οι μικρότερες αδελφές της και η μητέρα της θα φυγαδευτούν στην Αθήνα. Η ίδια θα τεθεί υπό την προστασία δύο Ολλανδών καλλιτεχνών και με πλαστά χαρτιά θα ταξιδέψει μαζί τους κι εκείνη στην Αθήνα. Μέσα στη δίνη του πολέμου και της καταστροφής η Στέλλα θα μεγαλουργήσει. Η μουσική θα είναι το αποκούμπι και η ελπίδα των ανθρώπων. Τα μηνύματα των στίχων και οι παραπονιάρικοι ρυθμοί του μπουζουκιού γίνονται πηγή ζωής και στήριγμα για όσους έχουν απομείνει από τη μεγάλη πείνα και τις εκτελέσεις.

Η μελαγχολία είναι το σπίτι μας, αλλιώς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να γράψουμε μια νότα ικανή να φωλιάσει και να αντρειωθεί στην καρδιά του κόσμου.

Στην Αθήνα…

Ο φόβος και ο πόνος γεννάνε τα θαύματα. Στην κατοχική Αθήνα του 43′ το τραγούδι συνεχίζει να δίνει το παρόν. Μέσα στην πείνα και τη δυστυχία κάποιες ταβέρνες συνεχίζουν να παίζουν μουσική. Εκείνη που λυτρώνει και απαλύνει. Παίρνει τη μορφή στυλοβάτη και παρηγορητή. Η Στέλλα τραγουδάει μπελκάντο, ελαφρολαϊκό και τάνγκο προσπαθώντας να επιβιώσει. Η Ρόζα Εσκενάζυ τραγουδάει σμυρναίικα και προσπαθεί να σώσει αντιστασιακούς και Εβραίους. Συλλαμβάνεται η Σωτηρία Μπέλλου, πεθαίνουν ο Σταύρος Παγιουμτζής και ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Κριστάλ, Τζίμης ο Χοντρός. Η μουσική δεν τελειώνει, ακόμα κι αν οι αποδέκτες της είναι οι μαυραγορίτες και οι Γερμανοί. Τα βράδια πηγαίνει στο μαγαζί που τραγουδάνε Χιώτης και Παπαϊωάννου. Τους γνωρίζει όλους σιγά σιγά. Όλοι την εκτιμούν και τη σέβονται. Αντιλαμβάνονται τη σπουδαία φωνή της και τον ακέραιο χαρακτήρα της. Ο Γιώργος ο Λαύκας θα της δώσει το πρώτο τραγούδι που θα την κάνει γνωστή, τις Σεβιλλιάνες. Ο πόλεμος τελειώνει…

Βιβλίων Γη

Θεσσαλονίκη-Αθήνα…Δημιουργία, μεσουράνημα, τέλος

«Εμείς που δημιουργούμε και τραγουδάμε, δίνουμε φως στο σκοτάδι». Η Στέλλα, μέσα στον ορυμαγδό που αφήνει πίσω της η ναζιστική μπότα, ψάχνει όσα άφησε με τη φυγή της. Τους δικούς της, τους γείτονες και τους γνωστούς. Αντ’ αυτού βρίσκει ερημιά και θάνατο. Ο Τσιτσάνης τη βρίσκει και της θυμίζει το χρέος της τέχνης τους. Στο «Ουζερί Τσιτσάνη» η Στέλλα Γάεγου θα τραγουδήσει τις πιο μεγάλες επιτυχίες του «ξενομπάτη» μουσικού που θα τον αγαπήσει όλη η Θεσσαλονίκη. «Πάλιωσε το σακάκι μου», «Ακρογιαλιές δειλινά» -ναι, η υπέροχη παλιά ηχογράφηση που ακούμε συχνά είναι η φωνή της Χασκίλ. Στο μαγαζί θα μπει ένα παλικάρι και θα της δείξει ένα τραγούδι. Το κάνουνε μαζί πρόβα δυο φορές και μετά το τραγουδάει μόνη της. Το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», το σημειολογικό και λογοκριμένο τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα θα ηχογραφηθεί στην Coloumbia το 1947 με τη φωνή της Στέλλας Χασκίλ σε πρώτη εκτέλεση.

Η Στέλλα θα επιστρέψει στην Αθήνα το 1945 με την αδελφή της που επέζησε από το στρατόπεδο του Άουσβιτς. Θα γνωρίσει τον Τζάκο Ιεχάσκελ, επίσης Εβραίο επιζώντα, και θα παντρευτούν. Εκείνος θα της δώσει την ιδέα του καλλιτεχνικού ψευδώνυμου Χασκίλ (παράφραση του Ιεχάσκελ). Έτσι θα μείνει γνωστή μέχρι το τέλος της σημαντικής αλλά τραγικά σύντομης καριέρας της.

Ο εμφύλιος σπαραγμός γίνεται αφορμή για να γραφτούν τα πιο σημαντικά τραγούδια και να γίνει η μετάβαση από το ρεμπέτικο στο λαϊκό τραγούδι. Οι συνθέτες αλλάζουν μουσικούς ρυθμούς και γίνονται αγαπητοί από όλους. Πρωτοστάτης και γεννήτορας θεωρείται ο Βασίλης Τσιτσάνης που διαισθάνεται την ανθρώπινη ανάγκη και την αναγάγει σε ασύγκριτη τέχνη. Με τους στίχους τους οι συνθέτες δημιουργούν αλληγορίες. Ενώ μιλούν για τους εξόριστους και τους διωκόμενους αγωνιστές της Αντίστασης, καταφέρνουν να αποκοιμίσουν τη λογοκρισία που, για άλλη μια φορά, καραδοκεί για να ασκήσει διώξεις και απαγορεύσεις ή για να σκεπάσει την αθλιότητα που ζει ο περισσότερος κόσμος στην Ελλάδα. Προσπαθεί να βγάλει προς τα έξω ένα πρότυπο ευμάρειας και εκσυγχρονισμού.

Η Στέλλα Χασκίλ θα γράψει ιστορία με τη φωνή και τις επιτυχίες που τις εμπιστεύονται οι μεγαλύτεροι συνθέτες της εποχής -και όλων των εποχών ιστορικά. Οι οικογενειακές ταβέρνες και τα κέντρα παίρνουν τα ηνία και αφήνουν πίσω τα καταγώγια και τους τεκέδες. Η μεταπολεμική λαϊκή μουσική καταφέρνει να ενώσει κοινωνικές τάξεις και χρόνια χάσματα και να ανταμώσουν όλοι κάτω από τους ίδιους στίχους, τις ίδιες μουσικές, σε ίδια μέρη. Στο πάλκο η γυναίκα συνυπάρχει με τους άνδρες και τα τραγούδια πλέον δεν έχουν τον κατηγορηματικό λυγμό και την τιμωρία ως προς τη φύση της. Γίνεται λεβέντισσα, αρχόντισσα, διεκδικεί και αγαπάει ισότιμα. Παύει να είναι κακούργα και «παξιμαδοκλέφτρα».

Στο Πίγκαλς, στο Φαληράκι, στις Τζιτζιφιές, στην Αχαρνών, στους Ποδαράδες, η Αθήνα και τα προάστια «παίζουν μπουζούκι», γλεντάνε και παρηγορούνται. Η Στέλλα θα τραγουδήσει σχεδόν όλα τα τραγούδια του Τσιτσάνη με τον Τάκη τον Μπίνη και τον ίδιο τον Τσιτσάνη δεύτερη φωνή, αλλά και άλλων σπουδαίων. «Κάποια μάνα αναστενάζει», «Αράπικο λουλούδι», «Μπιρ Αλλάχ», «Ψαράς θα γίνω στη στεριά», «Το καφεδάκι», «Παρτίδες» Τραγούδια που όλοι γνωρίζουμε, έχουμε τραγουδήσει κι έχουμε νιώσει, Κι άλλα πολλά! Οι συνθέτες και οι δημιουργοί εμπιστεύονται τους θησαυρούς τους στη φωνή της Στέλλας Χασκίλ και εκείνη ηχογραφεί ασταμάτητα νέα τραγούδια που αγαπιούνται και τραγουδιούνται από όλους και παντού, Συνεργάζεται με τους Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Μάρκο Βαμβακάρη, Περπινιάδη, Στελλάκη, Χιώτη, Καλδάρα, Περιστέρη, Ταμπάκη.

Γυρνάει στη Θεσσαλονίκη για να δει τους δικούς της και να κάνει κάποιες εμφανίσεις στην πόλη που αγάπησε. θα φύγει με καρδιά χίλια κομμάτια. Τίποτα δε θυμίζει τα παιδικά της χρόνια και οι άνθρωποι που έχει αγαπήσει, οι περισσότεροι, έχουν χαθεί. Θα πάρει μέρος σε μια ταινία, το 1952, από την οποία υπάρχει και το μοναδικό υλικό καταγεγραμμένο με την ίδια να τραγουδάει. «Η καρδιά του αλήτη». Μαζί της είναι και ο τελευταίος συνοδοιπόρος της στο τραγούδι. ο Οδυσσέας Μοσχονάς.

Μαζί θα φύγουν για περιοδεία στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, όπου, μετά από αφόρητους πόνους στην πλάτη θα επισκεφτεί γιατρό. Εκείνος δε θα διαγνώσει τίποτα. Γυρνώντας στην Αθήνα η κατάστασή της έχει επιδεινωθεί. Οι γιατροί θα της πουν πως έχει καρκίνο στον πνεύμονα. Στις 27 Φεβρουαρίου του 1954 θα αφήσει την τελευταία της πνοή, μόλις τριάντα τεσσάρων χρόνων.

Βιβλίων Γη
Μητσάκης, Χιώτης, Στέλλα Χασκίλ

Ήτανε Κισμέτ…

Πώς ορισμένες τραγουδίστριες του πάλκου με λαμπρή καριέρα και σπάνια φωνή χάθηκαν ξαφνικά και κανείς δεν αναζήτησε ποτέ την ιστορία που έγραψαν στο τραγούδι; Η Έφη Μαχιμάρη δίνει με τη δική της ματιά και μετά από πολλή έρευνα στο αναγνωστικό κοινό μια μυθιστορηματική βιογραφία για τη «Σαλονικιά», τη Στέλλα Χασκίλ. Αναβιώνει μια ολόκληρη εποχή και, γράφοντας στο α΄ πρόσωπο, «αφήνει»« την ίδια να αφηγηθεί και να εξομολογηθεί τη ζωή της, με όλες τις φωτεινές και σκοτεινές πτυχές της.

Το «Ήτανε Κισμέτ» αποτελεί μια σπουδαία αναφορά όσον αφορά την πορεία του ρεμπέτικου και μετέπειτα λαϊκού τραγουδιού και μας συστήνει όλους όσους έγραψαν την ιστορί του. Παράλληλα δημιουργεί ένα νοσταλγικό αλλά και σκληρό σκηνικό γύρω από τον κόσμο της μουσικής, αφήνοντας να εννοηθεί πως οι συνθήκες και η κοινωνικοπολιτική κατάσταση ήταν εκείνες που ώθησαν και ενέπνευσαν τους δημιουργούς να μεγαλουργήσουν.

Μέσα σε έναν σαφώς ανδροκρατούμενο χώρο, όπως ήταν αυτός της μουσικής, παρουσιάζει τη ζωή μιας γυναίκας και μέχρι το μέσο της Ρόζας -κάποιες από τις στιγμές της. Οι γυναίκες όπως η Χασκίλ και η Εσκενάζυ, μαζί και άλλες σημαντικές προσωπικότητες του χώρου σηκώνουν το ανάστημά τους και τολμούν να πάνε ενάντια στα ήθη και του άγραφους νόμους της παραδοσιακής Ελλάδας. Ονειρεύονται και όσα επιθυμούν τα κάνουν πραγματικότητα. Η Στέλλα Χασκίλ είναι μια μάλλον μοναδική περίπτωση. Ένα κορίτσι από ένα αυστηρό και αστικό περιβάλλον, Εβραία, με σημαντική μόρφωση και παιδεία για τα τότε δεδομένα τολμάει να σταθεί, παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, ως ίση απέναντι στους μουσικούς των τεκέδων, σε έναν χώρο που η γυναίκα αντιμετωπιζόταν με αμφιβολία ως προς την ηθική και τους δρόμους που έχει τραβήξει.

Η συγγραφέας προσπαθεί να διεισδύσει στα στέκια του ρεμπέτικου πριν τον πόλεμο, να αναλύσει τις αιτίες που οδήγησαν τη μουσική σε μια κατηγορία καταδικαστέα από το κοινωνικό σύνολο, αλλά και την εξέλιξή του. Όταν πια καταφέρνει να μπει στο στόμα όλων των Ελλήνων, να αγαπηθεί και να τιμηθεί.

Καμμία μουσική δεν είναι περιθωριακή. Κάποιες κοινωνικές επιταγές είναι εκείνες που την περιθωριοποιούν. Οι πρόσφυγες, εκείνοι που ήρθαν κυνηγημένοι από τον τόπο τους, κρατούσαν ένα ούτι στο χέρι και ένα σκισμένο σακάκι στους ώμους. Οι μουσικές τους ήταν αγαπητές σε όλους στα δικά τους μέρη. Η απαξίωση που δέχτηκαν τους έκανε να αποστασιοποιηθούν από το κοινωνικό σύνολο. Δεν έπαψαν όμως ποτέ να παίζουν τα ταξίμια και τους μανέδες που αποτελούσαν το μοναδικό πολιτιστικό στοιχείο που κατάφεραν να φέρουν μαζί τους ατόφιο και ζωντανό. Στα στέκια που δημιουργούν ενσωματώνονται και όσοι παίζουν μπουζούκι στην Ελλάδα. Εκείνοι είναι οι συνεχιστές της ελληνικής μουσικής.

΄Όταν μιλώ για αυτούς τους ανθρώπους είναι σαν να προσπαθώ να μιλήσω για τη βροχή και στο τέλος αισθάνομαι ότι περιγράφω μια σταγόνα.

Η Στέλλα Χασκίλ για τους ρεμπέτες, στο βιβλίο «Ήτανε Κισμέτ»

Θυμίζει στο αναγνωστικό κοινό -σε κάποιους θα γνωρίσει για πρώτη φορά- την ιστορία και τις ρίζες των τραγουδιών που τραγουδιούνται μέχρι σήμερα και αποκαλύπτει τη Στέλλα Χασκίλ, ξεχασμένη και αποκομμένη για χρόνια πολλά από το Πάνθεον των λαϊκών τραγουδιών. Με βεβαιότητα, η σύντομη ζωή της αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες. Ίσως και το γεγονός πως η Χασκίλ δεν ήταν άνθρωπος που ανταγωνίζονταν. Έκανε πίσω, έβλεπε την καλή πλευρά των πραγμάτων, δε δημιούργησε ιστορίες περίεργες στον κύκλο των ανθρώπων της νύχτας. κράτησε μια στάση διαφοροποιημένη από εκείνη που αρκετές φορές έχουμε ακούσει για σπουδαία ονόματα του λαϊκού τραγουδιού. Οι υποθέσεις μπορεί να είναι πολλές για τη μαγική αυτή φωνή, το σίγουρο είναι πάντως ότι, διαβάζοντας το βιβλίο «’Ητανε Κισμέτ», θα συνειδητοποιήσει πολλά από εκείνα που έγιναν αφορμή για να λάμψει και να πάρει τη θέση που του αξίζει το λαϊκό τραγούδι.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ταξιδευτής

Σχετικές δημοσιεύσεις