Λεύκες, Βίκυ Κλεφτογιάννη

Συναντιούνται με το πιο σκληρό πρόσωπο της Ιστορίας, ζηλεύουν, ξεχνούν, φροντίζουν σπίτια, φροντίζουν ανθρώπους, κακοποιούνται, νοσταλγούν πατρίδες, αρρωσταίνουν, ευγνωμονούν, προδίδουν, ναυπηγούν όνειρα, προδίδονται, αντιδρούν, σαγηνεύουν, συμφιλιώνονται με τη μοναξιά, παλεύουν, χλευάζονται, ταξιδεύουν, πληγώνονται απ’ τον φθόνο, δημιουργούν, αντέχουν, αγαπούν, αγαπιούνται.


Γυναίκες, λεύκες, ασήμι στον ήλιο.

Απόσπασμα

Το τρένο φτάνει στον σταθμό χαράματα. Η πόλη, ήσυχη, απολαμβάνει τις ώρες δροσιάς που απομένουν. Ξημερώνει 11 Ίουλίου, εβδομήντα χρόνια μετά. Βγαίνει στη Μοναστηρίου και τη διασχίζει, φτάνει στη Βουτυρά, κατευθύνεται νότια. Πολυκατοι- κίες και αδόμητοι χώροι, χαμόσπιτα, βιοτεχνίες. Ούτε ένα απομεινάρι που να φανερώνει μια – πάλαι πο- τέ – ακμάζουσα συνοικία. Περπατά έχοντας στο μυαλό όσα της περιέγραψε δύο μέρες πριν κλείσει τα μάτια της. Τόσα χρόνια ούτε κουβέντα, μόνο τα πέντε ψηφία μαρτυρούσαν σιωπηλά, προσκόμματα στη λήθη. Εκείνη τη νύχτα, όμως, οι μνήμες λυπήθηκαν να χαθούν μαζί της. Άφηγούνταν ακατάπαυστα. Ονόματα ανθρώπων, δρόμων, πόλεων, η φρίκη, το μίσος, ο πόνος, η απελπισία έβρισκαν μια θέση στην εξιστόρηση και γέμιζαν τα άγνωστα χρόνια. Στα μισά της Σαπφούς σταματά. Κάπου εδώ ήταν το σπίτι τους. Τον είχε αποχαιρετήσει στο πλατύσκαλο, με τα δυο παιδιά αγκαλιά. «Μην ανησυχείς, θα γυρίσω», της είχε πει φεύγοντας.

Περιπλανιέται για λίγο ακόμη στους γύρω δρόμους και γυρνά στη Μοναστηρίου. Συνεχίζει στην Εγνατία, στο ύψος της Βενιζέλου κατηφορίζει προς τη θάλασσα. Μπροστά της ανοίγεται η πλατεία. Άπό «Ολύμπου» την είχαν μετονομάσει σε «Ελευθερίας», το 1908, σύμβολο της συμφιλίωσης λαών και εθνοτήτων. Εκεί τους συγκέντρωσαν το πρωί του Μαύρου Σαββάτου. Την ίδια νύχτα η προγιαγιά της δεν κοιμήθηκε, τον περίμενε. Μάταια. Τα χαράματα άναψε φωτιά στο τζάκι, έκανε κάρβουνα για το σίδερο κι άρχισε να λειαίνει τις πτυχές στα υφάσματα. Πίεζε τον βαρύ πάτο στις ίνες, επέμενε, κρατούσε τη σκέψη της εγκλωβισμένη στην πύρινη επιφάνεια, έτρεχε ο ιδρώτας στο σώμα της, σήκωνε και κουνούσε το βαρύ μέταλλο να αναζωπυρωθεί η θέρμη, κόκκινες λάμψεις στο εσωτερικό του, ένα μικρό καμίνι που ξαφνικά χωρούσε όλο τον κόσμο της.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος

Σχετικές δημοσιεύσεις